Destination free / ομάδα {1, 1, 1}

bacon metro triptych

Μπορούμε σε κάποιον βαθμό να σκεφτούμε στη βάση των αρχικών ακέραιων αριθμών: 1, 2, 3, 4 (και το πράγμα περιπλέκεται όσο η μέτρηση προχωράει, ή ίσως καθίσταται περιττό, ποιος ξέρει) με την προσθήκη του 0, τόσο ως προσθετικής ταυτότητας όσο και ως ιδιότυπης βαθμίδας. Ένα σύνολο από απλές ερωτήσεις: τι σημαίνει να είναι κάτι 1; Πώς μπορούμε να σκεφτούμε το 2 εντός και εκτός αντιθετικότητας (αληθεύει τελικά ότι το 1 γίνεται 2, αλλά το 2 δεν γίνεται 1;)· το 3 ως διάταξη ή ως ενδιαμεσότητα εντός του πεδίου που συγκροτείται κατά τη συσχέτιση του 1 με το 2 ή του 1 με το 1΄ (εάν το 3 είναι η πρώτη θέση συμμετρίας, πώς διαφέρει από τις συμμετρίες που εμφανίζονται πιο περίπλοκες επειδή είναι συμμετρίες πολυπληθέστερων συνόλων;)· το 4 ως δυναμικό ή στατικό αναδιπλασιασμό του 2; Πώς συναρθρώνονται αυτά τα προβλήματα και τι ρόλο παίζει το 0 στους συσχετισμούς αυτούς;

συνέχεια…

Advertisements

Οι δαιμονισμένοι / Konstantin Bogomolov / Dostoyevsky

camus_dostoyevsky_demons

Εντός του πρώτου πενταλέπτου το πράγμα βρώμισε σαν το παροιμιακό ψάρι: η υπό ανάκριση κοπέλα, αναθυμούμενη τα βάσανα της νιότης της, έπιασε να κραυγάζει κι εμείς μετρούσαμε άψυχες, στιλιζαρισμένες, πανομοιότυπες κραυγές. Θεώρησα θεμιτό να φτάσει στις τρεις· στις πέντε είχα κάπως εκνευριστεί κι όταν έχασα το μέτρημα, στην περιοχή των χαμηλών διψήφιων, ήμουν πια προϊδεασμένος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε. Ούτε λίγο ούτε πολύ, παρακολουθήσαμε έναν πρόχειρο και ανερμάτιστο αχταρμά, βασισμένο σε ένα σετ τυπικών συγκαιρινών μας πυλώνων καλλιτεχνικής κατάπτωσης: υπερτίμηση της θεωρίας, ναρκισσισμός και αυτοαναφορικότητα, πασπαλισμένα με χορταστικές δόσεις αρμέγματος του ανέμπνευστου και ψευδοριζοσπαστικών νεωτερισμών.

συνέχεια…

Πλατεία Ηρώων / Bernhard / Καραντζάς

Wien, Heldenplatz, Rede Adolf Hitler

Πηγαίνω στη Μαριαχίλφερστράσσε

και αναζητώ τη Μαριαχίλφερστράσσε

και είμαι στη Μαριαχίλφερστράσσε

και δεν τη βρίσκω

Η Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) γράφτηκε κατά παραγγελία του ιστορικού Burgtheater το οποίο άλλωστε συνιστά μόνιμο σημείο αναφοράς στα μπερνχαρντικά έργα, με το συγκεκριμένο να μην ξεφεύγει από αυτή τη μπουργκτεατερική εμμονή («Στις μέρες μας ακόμα και στο Μπούργκτεατερ η ηθοποιία / μπορεί να είναι κακή»· όλα τα παραθέματα από τη μετάφραση του Βασίλη Τσαλή) και ανέβηκε τον χειμώνα του 1988, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων της μεταφοράς του θεάτρου στο κτίριο που το φιλοξενεί έκτοτε. Όπως είναι γνωστό, η επέτειος ήταν διπλή, καθώς την ίδια χρονιά συμπληρωνόταν μισός αιώνας από το διαβόητο Anschluss [σύνδεση, ένωση], την προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ. Ο Nestbeschmutzer [φωλιολερωτής] Bernhard δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, καθώς η Πλατεία Ηρώων ήταν ο τόπος όπου ο Χίτλερ εκφώνησε τον πανηγυρικό του, μπροστά σε ένα πλήθος 200.000 αλαλαζόντων ναζί και ναζιλάγνων Αυστριακών. Ήδη αρκετά πριν την πρεμιέρα, τόσο ο τύπος όσο και ένα σύνολο πολιτικών κ.ά. ιθυνόντων είχαν ξεσπαθώσει ενάντια σε αυτό το σκουλήκι που έπρεπε να το λιώσουν· ο τότε πρόεδρος Waldheim («ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ένας πανούργος αγράμματος ψεύτης / μια ριζικά τυραννική προσωπικότητα»), σεσημασμένος ο ίδιος για τα σκιώδη πεπραγμένα του κατά την παραμονή του ως αξιωματικός της Βέρμαχτ στα Βαλκάνια, αποκάλεσε το έργο «άξεστη προσβολή του αυστριακού λαού».

συνέχεια…

Οιδίπους τύραννος / Rimas Tuminas

ernst - oedipus-rex-1922

Η θεατρική εμπειρία μοιάζει όσο ποτέ απαραίτητη· κινείται ενάντια στο πνεύμα της εποχής, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς την απόσταση που ενυπάρχει στη συνύπαρξη, θέτοντάς μας προ του εαυτού ως άλλου. Η τραγωδία προσθέτει άλλον έναν παράγοντα που χρήζει επί της παρούσης τονισμού με τον πιο επείγοντα τρόπο: ενάντια σε μια κυρίαρχη και στρεβλή εικόνα της ελευθερίας, πλήρως απαγκιστρωμένης από την ιστορικότητα, αυτή επιμένει στη βαρύτητα του αναγκαίου. Και ο Οιδίπους τύραννος οπωσδήποτε συνιστά μία κορύφωση τόσο της θεατρικής αυτής μορφής, όσο και της συγκεκριμένης θεματοποίησης.

συνέχεια…

Nous sommes repus mais pas repentis / Séverine Chavrier / Thomas Bernhard

(Είμαστε χορτάτοι μα όχι μετανοημένοι)

nous-sommes-repus

Το συγκλονιστικό ήταν το εξής: για δεύτερη φορά, σε διαφορετική χώρα, διαφορετική γλώσσα, διαφορετικά θεατρικά μεγέθη, προσέκρουσα στο ιδιότυπο φαινόμενο της σκηνοθετικής προσθήκης, σε διαφορετικό μπερνχαρντικό έργο, ενός (διαφορετικού) γλυκού που προσγειώθηκε σε πρόσωπο, που την προηγούμενη φορά ήταν μια τούρτα (άσχετη με το έργο), τώρα τα κράπφεν (κάτι σαν γερμανικός λουκουμάς) του πρωτοτύπου μετατράπηκαν στο εγχώριο και πιο οικείο προφιτερόλ, που αναπόφευκτα διαλύθηκε, ξανά και ξανά (τουλάχιστον δέκα προφιτερόλ) στα πρόσωπα των συμπρωταγωνιστριών του Λούντβιχ, που εδώ είχε και ο ίδιος μετατραπεί σε Λούντβιχ Βιτγκενστάιν με τ’ όνομα (και εδώ που τα λέμε το ίδιο το έργο έχει μεταφραστεί άγαρμπα στα γαλλικά ως Γεύμα στου Βιτγκενστάιν, το συγκεκριμένο ανέβασμα τιτλοφορήθηκε Είμαστε χορτάτοι μα όχι μετανοημένοι ενώ το πρωτότυπο για κάποιον λόγο λεγόταν Ρίτερ, Ντένε, Φος, τα ονόματα δηλαδή των ηθοποιών για τους οποίους γράφτηκε) και βέβαια η τουρτοκατάνυξη συνοδεύτηκε από τις μικρές προσθήκες μικρών στοιχείων και μονολόγων από άλλα μπερνχαρντικά έργα, τακτική επίσης όχι ασυνήθιστη, που ακολουθεί το σκεπτικό: αφού τα κείμενα μοιάζουν όλα τόσο, γιατί να μην προσθέσουμε λίγο ακόμα μπέρνχαρντ στον μπέρνχαρντ, δημιουργώντας τον πιο μπέρνχαρντ των μπέρνχαρντ;, στην οποία δεν συνέχεια…

Les applaudissements ne se mangent pas / Maguy Marin

(Τα χειροκροτήματα δεν τρώγονται)

daumier crispin et scapin

tagnächtlich                             [μερονυκτίς

die Bären-Polka:              η αρκουδοπόλκα:]

Celan

Άλλο ένα κείμενο περί Μαρέν στη σειρά των μαρενοκειμένων που προηγήθηκαν του παρόντος, μία ακόμη αποτύπωση μαρενοσκέψεων που προστίθεται στις μαρενοαλυσίδες που αιωρούνται, ανεπαίσθητες μα υπαρκτές. 4 στα τέσσερα κείμενα για μαρέν, παντού κείμενα για τη μαρέν και τα μισά από τα κείμενα (2) να σχολιάζουν την ίδια παράσταση της μαρέν! Ποιος να το έλεγε, πώς να το μαντέψει, γιατί να διανοηθεί κανείς ότι η χορευτική ευρύτητα και το κειμενικό μας πλάτος θα καταβαραθρώνονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα καταποντίζονταν σε τέτοια βάθη, θα καταδυναστεύονταν από τέτοια μονομέρεια. Κι όμως! Ό,τι κι αν πιστέψατε! Όπως κι αν συμπεριφερθήκατε! Όποιοι κι αν νομίσατε προς στιγμήν πως είστε, η ζωή πρόλαβε ακόμα και τον Πιπίνο τον Βραχύ, τον περίφημο Σούμπερτ στα γρήγορα, τους σοφούς της ανατολής, αλλά και μυθικές φιγούρες όπως ο Λόκι, ο Βιγιόν και ο Λεωνίδας Χρηστάκης. Συγκεντρωθείτε!

συνέχεια…

Les grandes villes sous la lune / Eugenio Barba

(Οι μεγάλες πόλεις κάτω από το φεγγάρι)

grandes villes

Με λίγα λόγια μπορούμε, περιμένοντας,

να αντικαταστήσουμε την ιδιοφυία με τη διαύγεια

και να ξεκινήσουμε, από εδώ και στο εξής,

να σκεφτόμαστε πολιτικά (ή ως πολίτες) το θέατρό μας.

Barthes

Σε ένα χτυπητά όμορφο σύμπλεγμα θεάτρων-αποθηκών, στη μέση ενός πάρκου, παρακολούθησα την παράσταση Οι μεγάλες πόλεις κάτω από το φεγγάρι, «ένα κονσέρτο στο πνεύμα του Brecht» από το θέατρο Odin, το οποίο ίδρυσε ο Eugenio Barba στην Κοπεγχάγη το 1964. Ένας θίασος εννέα ατόμων, στην πλειοψηφία τους –ενίοτε αρκετά– άνω των 50 ετών, παρουσίασε ένα σύνολο θεατρικών βινιετών μετά μουσικής, με αρκετά χαλαρές συνδέσεις και χωρίς αποχωρήσεις από και επανόδους στη σκηνή, πέραν δύο μεμονωμένων εισόδων γεμάτων ένταση, την πρώιμη ενός φαντάρου (μέλους κάποιας ειρηνευτικής αποστολής, όπως λέγεται) που παρέμεινε στη σκηνή όρθιος, σε στάση ημιανάπαυσης, για το υπόλοιπο του έργου και μιας χορεύτριας που εμφανίστηκε προς το τέλος, εκτελώντας ένα μανιώδες τρίλεπτο θέαμα.

Όπως αναφέρεται και πιο κάτω, τα κείμενα ήταν κυρίως ποιήματα και σύντομες αφηγήσεις, συχνά ελεύθερες σε φόρμα, πάντα με τη συνοδεία οργάνων σε απλές, κυλιόμενες ενορχηστρώσεις και με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές, μουσικούς, και εντέλει θεατές. Η άνεση των ηθοποιών με την έκθεση, η τεχνική τους κατάρτιση, το γενικότερό τους σκληρό και πολύχρονο ψήσιμο ήταν παραπάνω από εμφανή. Ο καθένας έπαιζε εξίσου τους χαρακτήρες του εκάστοτε σκετς και τον εαυτό του· η οργανικότητα που τους χαρακτήριζε δεν είχε τίποτα το κατασκευασμένο· η παράσταση εμφορείτο από μια βαθιά ανθρωπινότητα. Από την άλλη, κάποια σημεία έμοιαζαν κάπως διδακτικά ή παρωχημένα –είναι αυτές οι στιγμές που σκέφτεται κανείς, σχεδόν αντανακλαστικά: «τι θέλουν τώρα να μας δείξουν οι γέροντες;».

Οι γέροντες μας έδειξαν, μέσες άκρες, αυτά που θίγει η δεύτερη παράγραφος του κειμένου που ακολουθεί, και το οποίο αποτελεί την ουσιαστική αιτία αυτού του σημειώματος.

συνέχεια…