σαρακοστή

Edouard_Manet_-_Luncheon_on_the_Grass_-_Google_Art_Project

Την καθαρά δευτέρα πετάξαμε χαρταετό στο πάρκο τρίτση. Είχαμε ένα μπούμερανγκ και μια φτηνιάρικη πλαστική μπάλα, φάγαμε χαλβά και ταραμά και λαγάνα που ’χε φέρει η κοντή, η οποία ήταν το πνεύμα της σαρακοστής ενσαρκωμένο: έφερε το φαΐ, θα ’χαμε ψοφήσει της πείνας γιατί δεν είχαμε τίποτα άλλο πέρα από κάτι κακομοιροχαλβάδες που ’χα φέρει εγώ· κατόπιν εντόπισε το μπούμερανγκ του γιαννάκη, το ψάχναμε τουλάχιστον 3 εργατοώρες όλοι μαζί αλλά αυτή επέμεινε και το βρήκε κοντά στο σούρουπο, ο ζαννάκης, με τον οποίο ήμαστε συμμαθητές στο γυμνάσιο, το είχε πετάξει σα μαλάκας στην κατηφόρα ενός λόφου και στεναχωριόταν πολύ που δεν το ’βρισκε γιατί το είχε κλέψει στο βερολίνο μαζί μ’ έναν κολλητό του με τον οποίο τα είχανε σπάσει πρόσφατα, πράγμα που ακόμα τον τρώει και αργότερα το είχε κάνει δώρο στη σύντροφό του ιωάννα, μιλάμε με λίγα λόγια για ένα εξαιρετικά θυμικά φορτισμένο μπούμερανγκ και στο τέλος η κοντούλα κατάφερε να ανεβάσει τον χαρταετό τέρμα, μέχρι τότε τον είχαμε πάει λίγο πάνω αλλά όλο τρελαινόταν έξαφνα και καταποντιζόταν σαν πρεζάκιας σε χαρμάνα, η αλήθεια είναι πως δεν φύσαγε μέχρι τις 5 με πεντέμισι σχεδόν καθόλου κι έτσι όλος ο κόσμος που είχε μαζευτεί στο πάρκο τρίτση, το οποίο βρισκόταν σε μία κατάσταση που περιγράφηκε μονολεκτικά τη στιγμή που εισερχόμασταν ως «τα μπάνια του λαού» δεν είχε καταφέρει παρά να ανυψώσει έναν πολύ περιορισμένο αριθμό χαρταετών, το πολύ πέντε αετοί βρίσκονταν ψηλά στον αέρα αλλά ήταν ωραία να παρακολουθεί κανείς τις διαρκείς αποτυχίες, πράγμα που άλλωστε συνιστά γενικό κανόνα, η παρακολούθηση της αποτυχίας είναι πάντοτε απολαυστική και η παρακολούθηση της απόλυτης αποτυχίας αποτελεί την ύψιστη απόλαυση, εν πάση περιπτώσει δεν θεωρείται εδώ σύμπτωση ότι όταν η δήμητρα έπιασε ξανά, εφόσον ο αέρας είχε ανέβει λίγο, τον αετό στα χέρια της, κατάφερε να τον στείλει, όπως λέγεται, στα ουράνια και να μας τελειώσει την καλούμπα, που ήταν βέβαια λίγη καλούμπα, κρίμα γιατί από ένα σημείο και μετά όση καλούμπα και να έχεις ο αετός πλέον δεν πέφτει, κι έτσι τρώει όλη την καλούμπα, ταΐζει κανείς τον αετό καλούμπα και ο αετός τρώει αυτήν την καλούμπα, υπό την έποψη αυτήν ο αετός δεν διαφέρει σημαντικά από π.χ. τα σκουλήκια, τη φωτιά ή τον θάνατο, ο μεταφορικός βέβαια αετός, γιατί ο πραγματικός αετός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φάει όλη την καλούμπα, παρά μόνο μια συγκεκριμένη, πεπερασμένη ποσότητα καλούμπας, γιατί ο πραγματικός αετός έχει στομάχι και το στομάχι αυτό είναι ένα πεπερασμένο σώμα, όντας βεβαίως τμήμα του ατόμου-αετός, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα, η σχέση αετός/στομάχι αετού, πάντως αυτή η στιγμή κατά την οποία ο αετός, ο μεταφορικός όχι ο πραγματικός, δεν πέφτει πια και καταβροχθίζει καλούμπα κατά βούληση έχει από μόνη της ενδιαφέρον, γιατί μεταφράζεται με προφανή τρόπο σε μια συγκεκριμένη εννοιολόγηση της ποσότητας και της ποιότητας, μα αυτή είναι επίσης μια τελείως διαφορετική θεματική, παρομοίου επιπέδου αφαίρεσης με αυτήν που ήδη προσπεράσαμε: αετός/στομάχι αετού, και θα την προσπεράσουμε κι αυτή, οι προβληματικές αυτές ποσότητας ποιότητας και αετικού στομαχισμού βρίσκονται σε ένα επίπεδο αφαίρεσης τελείως διαφορετικό από αυτό στο οποίο σκόπευα να κινηθώ, γιατί η καλούμπα είχε στοιχίσει 2 ευρώ και ο αετός δέκα, μια ακραία περιστασιακή υπερκοστολόγηση καθαροδευτεριάτικων μικροκομπιναδόρων που όμως δεν μας ενόχλησε γιατί το ζητούμενο είναι να τελικιάσει ο αετός και να μην αυτοκαταργείται αναίτια, ακόμα κι αν ο αετός μας ήταν κακής ποιότητας κι εδώ βεβαίως η λέξη ποιότητα σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό, κακός αετός με λίγη καλούμπα που προσέφερε πολλή χαρά, ιδίως στη μικρή δημητρούλα που συγκεντρωνόταν με την ύψιστη ένταση, σμίγοντας τα φρύδια καθώς κοίταζε ψηλά και ατένιζε τον αετό να μπλέκεται σε δέντρα, να προσγειώνεται ξανά και ξανά άτσαλα σε παρτέρια, πλαγιές και σκοινιά άλλων αετών, τους οποίους κινδύνευε να συμπαρασύρει, πράγμα το οποίο όμως εντέλει δεν συνέβη ούτε μία φορά, ο διπλανός μας αετοεκτοξευτής μάλιστα έσωσε κάποτε τον αετό μας από τσάκισμα και τον επαναπογείωσε, δεν ξέρω αν το έκανε περισσότερο από αλτρουισμό ή σε μια απόπειρα διάσωσης του δικού του αετού που είχε μόλις καταφέρει να απογειωθεί οριστικά, είχε έναν όμορφο και λιτό εξαγωνικό αετό, ενώ ο δικός μας ήταν ένα κακόγουστο και υπόπτου κατασκευαστικής φύσεως τριγωνάκι αλλά τι μπορεί να κάνει κανείς, κι άλλωστε αυτό το δίπολο αλτρουισμού/ιδίου συμφέροντος ίσως τέλος πάντων να μας εξαπατά και να οφείλουμε επίσης να το ξεφορτωθούμε, όμως το πρόβλημα αυτό θα πάει κατευθείαν να συναντήσει την ποιοσότητα και τον στομαχαετό στο καθαρτήριο των αναβλημένων θεματικών, γιατί ενώ φαινομενικά ταλαντώνεται προς το έδαφος από το οποίο οι αετοί απογειώνονται, καταλήγει αναπόφευκτα στον ουρανό των ιδεών όπου οι αετοί λαχταράνε να βρεθούν, γιατί οι αετοί δεν είναι τελικά, παρά μια διπλή, μεταφορική μεταφορά, ο αετός μεταφέρει τον αετό που μεταφέρει όλη την ώρα κάτι άλλο, την ψυχή τη σκέψη την ελευθερία όχι όχι όχι είχε επιτέλους αρχίσει να φυσάει καθώς εδώ, στο κείμενο άρχιζε όλο και περισσότερο να κυριαρχεί η ροπή προς την αφαίρεση αλλά η σαρακοστή είχε διασωθεί, ο γιαννάκης ξαναβρήκε το μπούμεράνγκ του, ο βρωμοαετός μας, κάτι μεταξύ νερόκοτας και φοίνικα, μπήκε στο πορτ-μπαγκάζ και ο δημήτρης είχε φάει τη μισή λαγάνα, το ένα τρίτο της ταραμοσαλάτας και σίγουρα μια ικανή ποσότητα ελιών, χαλβά και τουλούμπας όσο οι υπόλοιποι προβαίναμε σε αθλοπαιδιές και στη συνέχεια ξάπλωσε σε στυλ πρωινό στη χλόη, χωρίς τη λίμνη την ειδυλλιακότητα και τα γυμνά θελκτικά ευπροσήγορα κορίτσια, στη θέση των οποίων είχαμε: μια τσιμεντένια βάση για περίπτερο χωρίς περίπτερο, δύο παραγεμισμένους κάδους σκουπιδιών, έναν χαρταετό βασίλης ΑΕΚ που δεν απογειώθηκε ποτέ και έλλειψη ανέμου, αλλά τελικά όλα αυτά δεν θα πω ότι δεν έχουν σημασία, αλλά μάλλον ότι οπωσδήποτε δεν περικλείουν τα πάντα και μάλλον το ζήτημα είναι αυτό το αίτημα περίκλεισης, το περικλείειν ως εικόνα του κόσμου που περιλαμβάνει τις πάπιες, τον αναπάντεχο και κωμικό ίλιγγο, την αλόη που φύτεψα στον τάφο που επισκεφθήκαμε στο πάρκο –κάποιος επισκέπτεται τους νεκρούς και άλλοι γύρω του παιχνιδίζουν– όπως και τον ίδιο τον τάφο, τα γλειφιτζούρια, καλαμπόκια και μαλλιά της γριάς ή των γριών, τέλος πάντων καταλαβαίνετε τη βασική ιδέα, ίσως είναι κοινότοπη αλλά σαν όλες τις κοινοτοπίες είναι ταυτόχρονα και στοιχειώδης, οπότε απαραίτητη, περικλείουμε ή δεν περικλείουμε, να μία απορία, μια μάλλον ανόητη απορία, που μετασχηματίζεται σε: περικλείουμε· πώς, γιατί, πού, πότε περικλείουμε και πότε, πού, γιατί και πώς είμαστε σε θέση να θεματοποιήσουμε τις περικλείσεις μας. Φύγαμε από το πάρκο όταν βράδιαζε και καταλάβαμε πως η μέρα είχε πια μεγαλώσει λίγο, ο κουραστικός αυτός χειμώνας επιτέλους πλησίαζε σε ένα τέλος. Καθώς περπατούσαμε πλάι στις σκουριασμένες ράγες που το περίζωναν, για την ιστορία των οποίων δεν γνωρίζαμε τίποτα, το χρώμα του ουρανού, σε συνδυασμό με τις καλαμιές της λίμνης, δημιουργούσαν ένα απόκοσμο τοπίο, από αυτά που έρχονται από καιρό σε καιρό να υπενθυμίσουν με τον απλούστερο τρόπο πως τα πάντα αξίζουν τον κόπο.

Advertisements

VI. Καταβρόχθιση

klee-insula-dulcamara-19211

VI. Καταβρόχθιση

Συναντάμε κάποιον κι ευθύς εξαρχής συνειδητοποιούμε πως είτε θα τον υπερπηδήσουμε είτε θα αφεθούμε να μας εκμηδενίσει· εφόσον δεν σκοπεύουμε να εκμηδενιστούμε, θέτουμε σε εφαρμογή τις στρατηγικές μας και εκκινούμε μια ανάλυση της ουσίας του, οπότε και μια διάσπαση της ουσίας αυτής σε ολοένα και μικρότερα κομμάτια, εφόσον τα μικρότερα κομμάτια είναι πιο αδύναμα κομμάτια και το πιο μικρό κομμάτι είναι (φαινομενικά) το πλέον ανίσχυρο κομμάτι και για τον λόγο αυτόν η επιδίωξή μας είναι η ανάλυση στα μικρότερα δυνατά κομμάτια κι η υποβολή των κομματιών αυτών σε κριτική, οπότε η αναζήτηση των ορίων των κομματιών, γιατί το κομμάτι δεν συνυποδηλώνει παρά το όριο και το όριο δεν είναι, όπως είναι φυσικό, παρά μια υπόδειξη ύπαρξης κομματιών ως τέτοιων, αναλύουμε και κριτικάρουμε και τριχοτομούμε και ακολούθως αποπειρώμεθα, με μια απότομη και αναπάντεχη κίνηση, να τον καταβροχθίσουμε –ήπια μια γουλιά καφέ και κοίταξα το ρολόι, πονούσε λίγο η κοιλιά μου κι αποφάσισα να μην πάω, όχι, να αποφύγω την έξοδο κι αδυνατούσα να αποφασίσω εάν αυτό συντελούσε σε μία αύξηση ή αντιθέτως στην οριστική μείωση της ικανότητας ενέργειάς μου, το πεδίο ήταν σκιασμένο από αλλεπάλληλες στρώσεις άγνοιας κι έτσι αποφάσισα να παρατήσω το ερώτημα της απόφασης–, μια κίνηση που σίγουρα δεν την περίμενε εκείνη τη στιγμή, γιατί καλά καλά δεν την περιμέναμε ούτε εμείς οι ίδιοι εκείνη τη στιγμή αυτήν την κίνηση και φυσικά αποτυγχάνουμε παταγωδώς γιατί είναι ακόμα πολύ νωρίς και γιατί πλευρίσαμε και εντέλει εφορμήσαμε σαν νεαρά σαρκοφάγα στην ανοιχτή πεδιάδα, θεωρώντας πως η λεία μας θα αντιδράσει όπως τα φύλλα, οι πέτρες και οι διάφορες κλωστές που με τόση επιτυχία θηρεύσαμε και αλιεύσαμε στο πρόσφατο παρελθόν, μα όπως είναι φυσικό συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό: η λεία μας είτε αδιαφορεί για τις προσπάθειές μας –έχοντας από τη μια στιγμή στην άλλη μετατραπεί σε γίγαντα, απρόσβλητο με τα πενιχρά μας μέσα– είτε φτερουγίζει νωχελικά προς κάποιο ηλύσιο θέρετρο-παράρτημα αιωνιότητας, αφήνοντάς μας να κλωτσάμε δέντρα, να ξεριζώνουμε αγριόχορτα και να μαστιγώνουμε μανιωδώς τα νερά με τις παλάμες μας, με το πρόσωπό μας κωμικά προσαρμοσμένο στο σώμα ενός ζώου. Αλλά: έχουμε κι εμείς στη διαθεσή μας αυτό του οποίου υπολείπεται το θήραμά μας, κάτι που κάνει εμάς απείρως ανώτερους και επιπλέον και κυριότερα μας δίνει ένα ιδιότυπο προβάδισμα, το οποίο χρησιμοποιούμε για να επανεκκινήσουμε τη διαδικασία απόπειρας καταβρόχθισης, οπότε ξαναεπεξεργαζόμαστε και επανακατακερματίζουμε και αναδιχοτομούμε εις το διηνεκές και πάλι ρεσάλτο και έφοδος και αχαλίνωτη επιδρομή και σύρραξη και υποχώρηση και γλείψιμο πληγών και ούτω καθεξής, μέχρι να συμβεί ένα εκ των παρακάτω: είτε θα αναιρέσουμε και θα υπερπηδήσουμε είτε θα εκμηδενιστούμε –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μόνο έτσι είμαστε σε θέση να συγκροτήσουμε σχέσεις και μόνο έτσι δυνάμεθα να εξετάσουμε τον τρόπο και το δέον της συγκρότησης της αποκαλούμενης σχέσης και προβληματίστηκα, διερωτώμενος μήπως όλα αυτά ήταν τελείως προφανή, προβληματίστηκα επειδή, υπό μια ορισμένη οπτική γωνία, ζούμε μια ζωή και διαρκούμε μια διάρκεια και το μόνο που κάνουμε σε αυτή τη ζωή και διάρκεια είναι να προσπαθούμε βαθιά ανάσα να προσπαθούμε να μαντέψουμε και να μαντεύουμε τις θέσεις ή τη θέση των άλλων. Οι άλλοι σκέφτονται, παθαίνουν, αποφασίζουν, αισθάνονται, ενεργούν, γνωρίζουν ή όχι κι εμείς με τη σειρά μας αισθανόμαστε, παθαίνουμε, σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, ενεργούμε, γνωρίζουμε ή δεν γνωρίζουμε και προσπαθούμε ασταμάτητα να μαντέψουμε μέσα από τις αποφάσεις και τους επηρεασμούς και τα γνωρίσματα και τις ενέργειες και τα πάθη και τις σκέψεις πού ακριβώς διάολο βρισκόμαστε και τι ακριβώς μας συμβαίνει, πού επιθυμούμε να καταλήξουμε προσωρινά και πώς θα ήταν εφικτό το να καταλήξουμε προσωρινά εκεί, ποιες θέσεις καταλαμβάνονται και ποιες είναι πιθανόν να καταληφθούν με την εισαγωγή του τάδε ή του δείνα στοιχείου και των υποστοιχείων του (και των ανθυποστοιχείων του και των υπανθυποστοιχείων του) και μετά πεθαίνουμε. Ζούμε, διαρκούμε, προσπαθούμε να μαντέψουμε και πεθαίνουμε· η υπόθεση είναι κάπως γελοία! Όχι μόνο προσπαθούμε να μαντέψουμε τις σκέψεις κάποιου ως προς τους τρόπους του σχετίζεσθαι με το λεγόμενο κλασικό, μα επιπροσθέτως προσπαθούμε διαρκώς, με την ύψιστη συγκέντρωση να μαντέψουμε τις δικές μας σκέψεις ως προς τη συγκρότηση αυτής της σχέσης και αναπόφευκτα, κάνοντας ένα μόνο μικρό βήμα βορειότερα, σε μια περιοχή κλιματικά βαναυσότερη μα όχι χωρίς ενδιαφέρον, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας ως κλασικό και ακολούθως και τους άλλους ως κλασικούς, όλα και όλους ως κλασικούς, καθώς μαντεύουμε αενάως σαν τυφλοί σε έναν ατελείωτο, δηλαδή απροσδιορίστου διαρκείας διάδρομο, και να τους αναλύσουμε όλους (και εμάς), να ασκήσουμε την ακρότατη κριτική και να τριχοτομήσουμε και να τριχοτομηθούμε μέχρι τέλους –αλλά γιατί; Ίσως γιατί η ύστατη διάσπαση μας μεταφέρει παρευθύς στο βασίλειο του συνεχούς, τα μόρια και τα σωματίδια μετουσιώνονται σε φιλόξενα υγρά, τα πολλά αποκαλύπτονται οριστικά ως ένα, οι θέσεις μετατρέπονται σε ερωτήσεις κι αυτές σε τοποθέτηση· ίσως γιατί το να έχουμε ένα τέλος προϋποθέτει το να φθάνουμε σε ένα τέλος και να μας είναι αδύνατον να εφησυχαστούμε μέχρις ότου αντικρίσουμε αυτό το τέλος να απομακρύνεται και να απομακρύνεται ξανά και ξανά· ενδεχομένως γιατί θέλαμε και θέλουμε να εγκατασταθούμε στα όρια και θέλουμε και θέλαμε να εκμηδενίσουμε με τη σειρά μας ό,τι δεν τείνει στο οριακό και επειδή είχαμε δασκάλους και οι δάσκαλοι αυτοί δεν ήταν τυχαίοι. Εν πάση περιπτώσει, διαθέτουμε αυτόν τον τρόπο, ίσως αυτή τη μέθοδο συσχέτισης και τις κλωστές και τις πέτρες μας και πλοηγούμαστε πότε στα τυφλά κατά μήκος του διαδρόμου και πότε στην πεδιάδα μας με τους καθρέφτες και κάποτε, πιθανώς, πράγματι καταβροχθίζουμε κάτι (κι ας μη λησμονούμε πόσα σώματα και ιδέες καταβροχθίσαμε με το που συναντηθήκαμε μαζί τους, προτού περάσει ελάχιστος χρόνος τα είχαμε ήδη καταβροχθίσει και αναιρέσει λαίμαργα) κι αυτό το κάτι είτε το αφοδεύουμε και απομακρυνόμαστε σφυρίζοντας είτε το κρατάμε και εντέλει το ανακατασκευάζουμε ως αναγνωρίσιμο και αγνώριστο παιδί δύο άγνωστων μεταξύ τους γεννητόρων· στην πρώτη περίπτωση, είναι η πράξη της αφόδευσης που θα μείνει μαζί μας για πάντα, στη δεύτερη είναι το ίδιο το γεύμα, αλλά και το γεύμα που θα μαγειρέψουμε κατόπιν εμείς οι ίδιοι, προσπαθώντας να μαντέψουμε τα σωστά υλικά, τα οποία είναι τόσο τα υλικά που θα εκτιμήσουν οι συνδαιτυμόνες μας κι εμείς οι ίδιοι (και εμείς οι ίδιοι και οι συνδαιτυμόνες μας ως ενικό πράγμα), οπότε οι φαγόντες και οι καταβροχθίσαντες το γεύμα, όσο και τα υλικά που θα εκτιμήσει το ίδιο το γεύμα και αντίστοιχα είτε αφοδεύσουμε είτε όχι το από εμάς καταβροχθισθέν πράγμα, την από μέρους μας καταβροχθισθείσα οντότητα, οπωσδήποτε κάτι απομένει, μα πάντα κάτι διαφορετικό με διαφορετικό τρόπο Το πράγμα είχε εντέλει πάει μακριά, ένιωθα ελαφρώς εξαντλημένος, κι έφαγα ένα μπισκότο που θα αναπτέρωνε, έτσι πίστευα, τις δυνάμεις μου. Τρώμε μπισκότα, καταβροχθίζουμε μπισκότα, αφοδεύουμε μπισκότα και τρώμε έργα και πράξεις, τα καταβροχθίζουμε και τα αφοδεύουμε ή όχι, εντέλει πάντοτε τρώμε και τρωγόμαστε, καταβροχθίζουμε και καταβροχθιζόμαστε και αφοδεύουμε (ή αφοδευόμαστε) και είναι αλήθεια πως το ερώτημα που όφειλε να τεθεί δεν ήταν καθόλου αυτό της αυτοκτονίας, καθόλου δεν ήταν αυτό το ερώτημα: το ερώτημα που θα θέταμε και που θέτουμε θα ήταν το ερώτημα της κωμωδίας –και φυσικά της τραγωδίας ως κωμωδίας.

Τρία μικρά κείμενα του Bernhard

bernhard_bench

Τα παρακάτω αποτελούν τρεις ομιλίες του Thomas Bernhard κατά την παραλαβή βραβείων, σε μετάφραση Σπύρου Μοσκόβου (Τα βραβεία μου, Εστία 2010). Οι αντιδράσεις της αυστριακής δημόσιας σφαίρας σε αυτές και τις άλλες εκφορές κατά τις τελετές βραβεύσεών του περιγράφονται εν παρόδω στο βιβλίο, ένα μικρό σύνολο κωμικών και τυπικά μπερνχαρντικών μινιατούρων.

“Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν ότι ο συγγραφέας Μπέρνχαρντ είχε προκαλέσει σκάνδαλο. Μια εφημερίδα της Βιέννης, που λεγόταν Βιεννέζικη Δευτέρα, έγραφε στην πρώτη σελίδα ότι ήμουν ένας κοριός που έπρεπε να τον λιώσουν.”

~

Ομιλία Ι, κατά την απονομή του Λογοτεχνικού Βραβείου του Ελεύθερου και Χανσεατικού Δήμου της Βρέμης

Αξιότιμοι παρευρισκόμενοι,

Δεν μπορώ να μείνω πιστός στο παραμύθι για τους αρχιτραγουδιστές της πόλης σας·i δεν θέλω να διηγηθώ απολύτως τίποτα· δεν θέλω να τραγουδήσω· δεν θέλω να κάνω κήρυγμα· αλλά τούτο είναι αλήθεια: τα παραμύθια τέλειωσαν, τα παραμύθια για τις πόλεις και για τα κράτη και όλα εκείνα τα επιστημονικά παραμύθια· το ίδιο και τα φιλοσοφικά· δεν υπάρχει πια ο κόσμος των πνευμάτων, το ίδιο το σύμπαν δεν είναι πια παραμύθι· η Ευρώπη, το ωραιότερο, είναι νεκρή· αυτή είναι η αλήθεια και η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα όπως και η αλήθεια δεν είναι παραμύθι, και η αλήθεια δεν υπήρξε ποτέ παραμύθι.

συνέχεια…