Ο υπερβατισμός του Φυσικού Νόμου στον Hobbes

Hobbes-Leviathan

Ας εκκινήσουμε ανακαλώντας την επισήμανση του Carl Schmit, ο οποίος στην Πολιτική Θεολογία εφιστά την προσοχή στην ιδιοτυπία της πρόκρισης της προσωποκρατίας από τη μεριά ενός εκ των εξεχουσών προσωπικοτήτων του επιστημονισμού του 17ου αιώνα και συνεχίζει παραλληλίζοντας δύο πλευρές του Hobbes, ήγουν τον νομικισμό, ως μέθοδο κατανόησης της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, με το ζεύγος ιδιοτήτων του φιλοσόφου και του φυσικού επιστήμονα, ως το αντίστοιχο του για τον φυσικό κόσμο.1 Η εύστοχη αυτή συμπύκνωση μιας μείζονος έντασης στο χομπσιανό έργο εκβάλλει στην προβληματική της δυνατότητας παραγωγής μιας ηθικοπολιτικής κανονιστικότητας μέσα από τη μηχανιστική και υλιστική ανάλυση των ατόμων, με απόληξη την εγκαθίδρυση του κράτους ως φορέα και υλοποιητή της, μέσω της παρεμβολής των φυσικών νόμων.

Όταν ο Hobbes ορίζει τον φυσικό νόμο στην αρχή του 14ου κεφαλαίου του Λεβιάθαν ως «μια επιταγή ή ένα[ν] γενικό κανόνα, που έχει ανακαλυφθεί μέσω του λόγου και απαγορεύει στον άνθρωπο να κάνει κάτι που θα καταστρέψει τη ζωή του ή που θα τον στερήσει από τα μέσα συντήρησής της· και να παραλείπει όσα θεωρεί απαραίτητα για τη διατήρησή της»,2 αυτό γίνεται εν πολλοίς σε αντιδιαστολή με το φυσικό δίκαιο, το οποίο νοείται ως «η ελευθερία που διαθέτει κάθε άνθρωπος να χρησιμοποιήσει την ισχύ του κατά βούληση για να συντηρήσει τη φύση του, δηλαδή τη ζωή του».3 Ο διαχωρισμός αυτός συνιστά σημείο ταυτόχρονα κομβικό ως προς τη συγκρότηση της νοητικής του κατασκευής και ρηξικέλευθο ως προς την παράδοση του φυσικού δικαίου. Το πλέγμα εννοιών που οριοθετείται από τον φυσικό νόμο, το φυσικό δίκαιο, τη φύση της ηθικής διδασκαλίας του Hobbes και της θεμελίωσής της και τη σχέση μεταξύ φυσικής αναγκαιότητας (οπότε και της μηχανιστικής πρώτης φιλοσοφίας και κατ’ επέκταση της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας) και ηθικής υποχρέωσης βρίσκονται στον πυρήνα της έντασης μεταξύ των αντικρουόμενων ερμηνειών του έργου του.

συνέχεια…