I’ve seen footage / death grips

~

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω δομημένα, απλά πιστεύω ότι αυτό το κομμάτι, ακόμη περισσότερο ο συνδυασμός του με το βίντεο είναι από τις πιο σαφείς αποτυπώσεις της περιόδου και ταυτόχρονα με ωθεί στον χορό με πόδια, κεφάλι και χέρια, αυτός ο ήχος από τέσσερις μανιακές νότες, μια αντι-σειρήνα που τρυπάει τ’ αυτιά, το χαμηλότονο, παρεμβαλλόμενο κρώξιμο γουαγουαγουαγουα της εισαγωγής και του bridge, οι χιλιάδες φωτογραφίες που συναποτελούν μία οντότητα με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, σαν να λέμε μια αληθινή πολλαπλότητα που μας χτυπάει την πόρτα και φυσικά η ογκολιθική παρουσία αυτού του αράπη που είναι μα την αλήθεια μια δύναμη της φύσεως, ένας τροβαδούρος που παλεύει να τουμπάρει τον θάνατο (death grips), ίσως δε και να τα καταφέρνει, οδηγώντας αυτές τις τόσο δομικά θελκτικές μα τακτικά βουτηγμένες στο προφανές φόρμες (κάτι που μάλλον ισχύει για όλες τις φόρμες) του hip-hop και του γενικότερου σαματά κάπου αλλού, πάντως οπωσδήποτε σε ένα άκρο του πλέγματος που είναι αυτές οι φόρμες και που είναι η μορφή-τραγούδι εν γένει, γιατί πρόκειται με σαφήνεια για τραγούδι και μάλιστα συμβατικά οργανωμένο, κι αυτό το κάνει να είναι αυτό που είναι, γιατί μια αποτύπωση σαν κι αυτή απαιτεί ένα είδος ιδιότυπης ισορροπίας μεταξύ ισορροπιών, κι έτσι προχωράει όλο και μακρύτερα ρίχνοντας διαρκώς ματιές πίσω· η μία ισορροπία έγκειται οπωσδήποτε στο να μη σπάσουμε τα μούτρα μας καθώς κοιτάμε πάνω από τον ώμο μας, μια άλλη στο να μην αρχίσει το πίσω να κατακλύζει το μη-πίσω (αυτό που λέμε αταβισμός) και όλες οι άλλες ισορροπίες εντέλει σε ό,τι επιθυμεί καθεμία και καθείς, γιατί το πεδίο αποτύπωσης ισοζυγίων είναι πάντοτε ένα εξαιρετικά ανοικτό πεδίο, όπως και να ’χει όλη η ανωμαλία μιας ζωής πλήρως μεσολαβημένης από την οθόνη, το γκέτο, το post-post-punk, οι θεωρίες συνωμοσίας, το μητροπολιτικό χάος, και γερές δόσεις ενόρμησης θανάτου, μετα-αποδομητικής ποίησης και μηδενισμού συγκρούστηκαν τυχαία, γέννησαν ένα παράξενο μικρό τέρας που παρήχθη (ή μήπως εφύη;) κατευθείαν έτοιμο για όλα και ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες μιας καθημερινότητας ίσως λίγο συναρπαστικής, πιθανώς κατά τόπους ελαφρώς αρρωστημένης, σίγουρα πολυποίκιλης, που πρέπει να παραδεχτούμε πως παίρνει αρκετά στα σοβαρά τον εαυτό της, και δεν ξέρουμε πώς να αντιμετωπίσουμε ούτε την ίδια ούτε το πόσο σοβαρά παίρνει τον εαυτό της, αλλά: την αντιμετωπίζουμε, συχνά εύστοχα, με άγαρμπα κείμενα, σε ράθυμα καλοκαιρινά δωμάτια, με απτά και υπόγεια μεταφορικά και κυριολεκτικά καψίματα τα οποία αδυνατούμε να αποποιηθούμε και που διαδέχονται το ένα το άλλο, με τις στοιχειώδεις τέλος πάντων εντάσεις που κάποτε θεωρήσαμε ότι θα επιλύσουμε (εάν δεν το θεωρούμε ακόμα), και των οποίων την ύπαρξη σιγά σιγά αναγνωρίζουμε ως το υλικό από το οποίο είναι πλασμένα όχι μόνο τα όνειρα –στα οποία συγκαταλέγονται βεβαίως οι εφιάλτες–, όχι απλώς η ζωή ως σύνολο ασαφών κυμάτων που ατενίζουμε με μισόκλειστα μάτια μέσα σε ένα σύννεφο που δεν καταλαβαίνουμε από πού προήλθε, αλλά και τα υπόλοιπα, πόδια φρούτα χώμα σχέσεις όλα από το ίδιο υλικό, χωρίς λέξη, χωρίς άρθρο, μονάχα με αύξηση ή απομείωση, αποτελέσματα, διάρκεια· μόνο πράγματα κι εμείς, κι εμείς ως πράγματα, όχι λοιπόν τι έχουμε δει, πώς νιώθουμε ή τι μάθαμε παρά μόνο, για αρχή τουλάχιστον, τόποι και λόγοι μεταξύ τόπων.

Ένα απλό πρόβλημα: για την προσπέραση της έννοιας της παραγωγής οφείλουμε να παράγουμε έννοιες.

συνέχεια…

Advertisements