VI. Καταβρόχθιση

klee-insula-dulcamara-19211

VI. Καταβρόχθιση

Συναντάμε κάποιον κι ευθύς εξαρχής συνειδητοποιούμε πως είτε θα τον υπερπηδήσουμε είτε θα αφεθούμε να μας εκμηδενίσει· εφόσον δεν σκοπεύουμε να εκμηδενιστούμε, θέτουμε σε εφαρμογή τις στρατηγικές μας και εκκινούμε μια ανάλυση της ουσίας του, οπότε και μια διάσπαση της ουσίας αυτής σε ολοένα και μικρότερα κομμάτια, εφόσον τα μικρότερα κομμάτια είναι πιο αδύναμα κομμάτια και το πιο μικρό κομμάτι είναι (φαινομενικά) το πλέον ανίσχυρο κομμάτι και για τον λόγο αυτόν η επιδίωξή μας είναι η ανάλυση στα μικρότερα δυνατά κομμάτια κι η υποβολή των κομματιών αυτών σε κριτική, οπότε η αναζήτηση των ορίων των κομματιών, γιατί το κομμάτι δεν συνυποδηλώνει παρά το όριο και το όριο δεν είναι, όπως είναι φυσικό, παρά μια υπόδειξη ύπαρξης κομματιών ως τέτοιων, αναλύουμε και κριτικάρουμε και τριχοτομούμε και ακολούθως αποπειρώμεθα, με μια απότομη και αναπάντεχη κίνηση, να τον καταβροχθίσουμε –ήπια μια γουλιά καφέ και κοίταξα το ρολόι, πονούσε λίγο η κοιλιά μου κι αποφάσισα να μην πάω, όχι, να αποφύγω την έξοδο κι αδυνατούσα να αποφασίσω εάν αυτό συντελούσε σε μία αύξηση ή αντιθέτως στην οριστική μείωση της ικανότητας ενέργειάς μου, το πεδίο ήταν σκιασμένο από αλλεπάλληλες στρώσεις άγνοιας κι έτσι αποφάσισα να παρατήσω το ερώτημα της απόφασης–, μια κίνηση που σίγουρα δεν την περίμενε εκείνη τη στιγμή, γιατί καλά καλά δεν την περιμέναμε ούτε εμείς οι ίδιοι εκείνη τη στιγμή αυτήν την κίνηση και φυσικά αποτυγχάνουμε παταγωδώς γιατί είναι ακόμα πολύ νωρίς και γιατί πλευρίσαμε και εντέλει εφορμήσαμε σαν νεαρά σαρκοφάγα στην ανοιχτή πεδιάδα, θεωρώντας πως η λεία μας θα αντιδράσει όπως τα φύλλα, οι πέτρες και οι διάφορες κλωστές που με τόση επιτυχία θηρεύσαμε και αλιεύσαμε στο πρόσφατο παρελθόν, μα όπως είναι φυσικό συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό: η λεία μας είτε αδιαφορεί για τις προσπάθειές μας –έχοντας από τη μια στιγμή στην άλλη μετατραπεί σε γίγαντα, απρόσβλητο με τα πενιχρά μας μέσα– είτε φτερουγίζει νωχελικά προς κάποιο ηλύσιο θέρετρο-παράρτημα αιωνιότητας, αφήνοντάς μας να κλωτσάμε δέντρα, να ξεριζώνουμε αγριόχορτα και να μαστιγώνουμε μανιωδώς τα νερά με τις παλάμες μας, με το πρόσωπό μας κωμικά προσαρμοσμένο στο σώμα ενός ζώου. Αλλά: έχουμε κι εμείς στη διαθεσή μας αυτό του οποίου υπολείπεται το θήραμά μας, κάτι που κάνει εμάς απείρως ανώτερους και επιπλέον και κυριότερα μας δίνει ένα ιδιότυπο προβάδισμα, το οποίο χρησιμοποιούμε για να επανεκκινήσουμε τη διαδικασία απόπειρας καταβρόχθισης, οπότε ξαναεπεξεργαζόμαστε και επανακατακερματίζουμε και αναδιχοτομούμε εις το διηνεκές και πάλι ρεσάλτο και έφοδος και αχαλίνωτη επιδρομή και σύρραξη και υποχώρηση και γλείψιμο πληγών και ούτω καθεξής, μέχρι να συμβεί ένα εκ των παρακάτω: είτε θα αναιρέσουμε και θα υπερπηδήσουμε είτε θα εκμηδενιστούμε –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μόνο έτσι είμαστε σε θέση να συγκροτήσουμε σχέσεις και μόνο έτσι δυνάμεθα να εξετάσουμε τον τρόπο και το δέον της συγκρότησης της αποκαλούμενης σχέσης και προβληματίστηκα, διερωτώμενος μήπως όλα αυτά ήταν τελείως προφανή, προβληματίστηκα επειδή, υπό μια ορισμένη οπτική γωνία, ζούμε μια ζωή και διαρκούμε μια διάρκεια και το μόνο που κάνουμε σε αυτή τη ζωή και διάρκεια είναι να προσπαθούμε βαθιά ανάσα να προσπαθούμε να μαντέψουμε και να μαντεύουμε τις θέσεις ή τη θέση των άλλων. Οι άλλοι σκέφτονται, παθαίνουν, αποφασίζουν, αισθάνονται, ενεργούν, γνωρίζουν ή όχι κι εμείς με τη σειρά μας αισθανόμαστε, παθαίνουμε, σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, ενεργούμε, γνωρίζουμε ή δεν γνωρίζουμε και προσπαθούμε ασταμάτητα να μαντέψουμε μέσα από τις αποφάσεις και τους επηρεασμούς και τα γνωρίσματα και τις ενέργειες και τα πάθη και τις σκέψεις πού ακριβώς διάολο βρισκόμαστε και τι ακριβώς μας συμβαίνει, πού επιθυμούμε να καταλήξουμε προσωρινά και πώς θα ήταν εφικτό το να καταλήξουμε προσωρινά εκεί, ποιες θέσεις καταλαμβάνονται και ποιες είναι πιθανόν να καταληφθούν με την εισαγωγή του τάδε ή του δείνα στοιχείου και των υποστοιχείων του (και των ανθυποστοιχείων του και των υπανθυποστοιχείων του) και μετά πεθαίνουμε. Ζούμε, διαρκούμε, προσπαθούμε να μαντέψουμε και πεθαίνουμε· η υπόθεση είναι κάπως γελοία! Όχι μόνο προσπαθούμε να μαντέψουμε τις σκέψεις κάποιου ως προς τους τρόπους του σχετίζεσθαι με το λεγόμενο κλασικό, μα επιπροσθέτως προσπαθούμε διαρκώς, με την ύψιστη συγκέντρωση να μαντέψουμε τις δικές μας σκέψεις ως προς τη συγκρότηση αυτής της σχέσης και αναπόφευκτα, κάνοντας ένα μόνο μικρό βήμα βορειότερα, σε μια περιοχή κλιματικά βαναυσότερη μα όχι χωρίς ενδιαφέρον, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας ως κλασικό και ακολούθως και τους άλλους ως κλασικούς, όλα και όλους ως κλασικούς, καθώς μαντεύουμε αενάως σαν τυφλοί σε έναν ατελείωτο, δηλαδή απροσδιορίστου διαρκείας διάδρομο, και να τους αναλύσουμε όλους (και εμάς), να ασκήσουμε την ακρότατη κριτική και να τριχοτομήσουμε και να τριχοτομηθούμε μέχρι τέλους –αλλά γιατί; Ίσως γιατί η ύστατη διάσπαση μας μεταφέρει παρευθύς στο βασίλειο του συνεχούς, τα μόρια και τα σωματίδια μετουσιώνονται σε φιλόξενα υγρά, τα πολλά αποκαλύπτονται οριστικά ως ένα, οι θέσεις μετατρέπονται σε ερωτήσεις κι αυτές σε τοποθέτηση· ίσως γιατί το να έχουμε ένα τέλος προϋποθέτει το να φθάνουμε σε ένα τέλος και να μας είναι αδύνατον να εφησυχαστούμε μέχρις ότου αντικρίσουμε αυτό το τέλος να απομακρύνεται και να απομακρύνεται ξανά και ξανά· ενδεχομένως γιατί θέλαμε και θέλουμε να εγκατασταθούμε στα όρια και θέλουμε και θέλαμε να εκμηδενίσουμε με τη σειρά μας ό,τι δεν τείνει στο οριακό και επειδή είχαμε δασκάλους και οι δάσκαλοι αυτοί δεν ήταν τυχαίοι. Εν πάση περιπτώσει, διαθέτουμε αυτόν τον τρόπο, ίσως αυτή τη μέθοδο συσχέτισης και τις κλωστές και τις πέτρες μας και πλοηγούμαστε πότε στα τυφλά κατά μήκος του διαδρόμου και πότε στην πεδιάδα μας με τους καθρέφτες και κάποτε, πιθανώς, πράγματι καταβροχθίζουμε κάτι (κι ας μη λησμονούμε πόσα σώματα και ιδέες καταβροχθίσαμε με το που συναντηθήκαμε μαζί τους, προτού περάσει ελάχιστος χρόνος τα είχαμε ήδη καταβροχθίσει και αναιρέσει λαίμαργα) κι αυτό το κάτι είτε το αφοδεύουμε και απομακρυνόμαστε σφυρίζοντας είτε το κρατάμε και εντέλει το ανακατασκευάζουμε ως αναγνωρίσιμο και αγνώριστο παιδί δύο άγνωστων μεταξύ τους γεννητόρων· στην πρώτη περίπτωση, είναι η πράξη της αφόδευσης που θα μείνει μαζί μας για πάντα, στη δεύτερη είναι το ίδιο το γεύμα, αλλά και το γεύμα που θα μαγειρέψουμε κατόπιν εμείς οι ίδιοι, προσπαθώντας να μαντέψουμε τα σωστά υλικά, τα οποία είναι τόσο τα υλικά που θα εκτιμήσουν οι συνδαιτυμόνες μας κι εμείς οι ίδιοι (και εμείς οι ίδιοι και οι συνδαιτυμόνες μας ως ενικό πράγμα), οπότε οι φαγόντες και οι καταβροχθίσαντες το γεύμα, όσο και τα υλικά που θα εκτιμήσει το ίδιο το γεύμα και αντίστοιχα είτε αφοδεύσουμε είτε όχι το από εμάς καταβροχθισθέν πράγμα, την από μέρους μας καταβροχθισθείσα οντότητα, οπωσδήποτε κάτι απομένει, μα πάντα κάτι διαφορετικό με διαφορετικό τρόπο Το πράγμα είχε εντέλει πάει μακριά, ένιωθα ελαφρώς εξαντλημένος, κι έφαγα ένα μπισκότο που θα αναπτέρωνε, έτσι πίστευα, τις δυνάμεις μου. Τρώμε μπισκότα, καταβροχθίζουμε μπισκότα, αφοδεύουμε μπισκότα και τρώμε έργα και πράξεις, τα καταβροχθίζουμε και τα αφοδεύουμε ή όχι, εντέλει πάντοτε τρώμε και τρωγόμαστε, καταβροχθίζουμε και καταβροχθιζόμαστε και αφοδεύουμε (ή αφοδευόμαστε) και είναι αλήθεια πως το ερώτημα που όφειλε να τεθεί δεν ήταν καθόλου αυτό της αυτοκτονίας, καθόλου δεν ήταν αυτό το ερώτημα: το ερώτημα που θα θέταμε και που θέτουμε θα ήταν το ερώτημα της κωμωδίας –και φυσικά της τραγωδίας ως κωμωδίας.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s