6 a.m. How to disappear completely στη Στέγη / ομάδα blitz

ή πώς την πάτησε ο Hölderlin

de_chirico_nostalgia_of_the_infinite

“Επειδή λοιπόν εδώ στην πραγματικότητα μιλάμε για την υψηλή τέχνη της καθημερινής γλώσσας του αληθινού βιώματος και ως εκ τούτου της ποιητικής γλώσσας, αυτή η τελευταία μπορεί να υπάρχει μονάχα όταν είναι αληθινή και ζωντανή, όταν δηλαδή μέσω της μεταφορικής γλώσσας μας θυμίζει τόσο πολύ την εσωτερικότητα, ούτως ώστε η ψυχή του ενός να μπορεί να αποκαλύπτεται ως κάτι υποστασιοποιημένο και χειροπιαστό στην εσωτερική ζωή του άλλου. Τότε μόνο το ξένο μπορεί να γίνει γι’ αυτόν οικείο και το οικείο σίγουρο και αναμφισβήτητο.”

Gustav Landauer

Σκοντάφτουμε πάνω σε μία σειρά από προσφιλείς αναφορές, τρέφουμε ελπίδες πως ό,τι καρτερούμε δύναται να πραγματωθεί, μα πάντοτε κινούμαστε υποψιασμένοι: τίποτα δεν μας εκπλήσσει, τα πάντα πρέπει να μας εκπλήσσουν. Στην παράσταση/performance των blitz οι αναφορές προτάσσονταν σε πρώτο πλάνο, οι προθέσεις ήταν δεδηλωμένες μέσα στην ασάφειά τους, πολλά στοιχεία όμως προϊδέαζαν για το τελικό αποτέλεσμα. Παραθέτουμε από το πρόγραμμα: «Το σύνθημά τους είναι “όχι άλλη πραγματικότητα”… [Δ]ιαπραγματεύονται την ιδέα μιας πορείας, μιας διαδρομής –ταυτόχρονα εξωτερικής και εσωτερικής– προς έναν τόπο και μια άλλη ζώνη πραγματικότητας. Γίνονται οι καταληψίες ενός ερειπωμένου εργοταξίου στις παρυφές μιας πόλης. Εκεί, χρησιμοποιώντας τα απομεινάρια του παρελθόντος με ποιητικούς όρους, θα οικοδομήσουν μια μελλοντική επικράτεια».

Εμπνεόμενοι από ένα ποιήμα του Hölderlin (Θρήνοι του Μένωνος για τη Διοτίμα, στη μετάφραση της Στέλλας Νικολούδη), το Stalker του Tarkovsky (και το μυθιστόρημα Roadside Picnic των αδερφών Strugatsky στο οποίο βασίστηκε), παραθέτοντας μια περικοπή των Deleuze-Guattari σχετικά με τις γραμμές φυγής (Mille Plateux, μτφ. B. Massumi, 225), αφοσιώνονται στο εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα μιας ποιητικής αποτύπωσης της ουτοπίας και της εισόδου στον εαυτό με σκοπό την έξοδο από αυτόν, προς το Όλον.

Και αποτυγχάνουν· κυρίως σε δύο βασικούς άξονες: αφενός η ουτοπία –και η τέχνη– προϋποθέτει όχι μόνο τη δυνάμει, αλλά και την ενεργεία επικοινωνία, η βύθιση αυτή στον εαυτό οφείλει να στραφεί προς τα έξω, να φέρει αυτό το έξω ως καταστατικό χαρακτηριστικό και τέλος της. Αφετέρου, η αίσθησή που μου δημιουργήθηκε ήταν αυτή μιας περιρρέουσας θεωρητικής και πολιτικής προχειρότητας ή έλλειψης: εισερχόμενοι σε έναν διάλογο που μετράει κάποιους αιώνες, περισσότερο έδειξαν να αρμενίζουν κατά το γούστο τους, με βάση τα αισθητικά τους ένστικτα, παρά να προσπαθούν να γειώσουν τα τελευταία σε μια θέση, η οποία θα συνιστούσε το νήμα της μετα-αφήγησης που παρουσίασαν.

Επρόκειτο για τη συρραφή σκηνών, στο ίδιο μα σταδιακά μεταλλασσόμενο σκηνικό ενός, όπως προαναφέρθηκε, ερειπωμένου και αφηρημένου εργοταξίου. Εντός του, οι επτά ηθοποιοί, χωρίς κείμενο πέρα από τις σποραδικές (και ουσιαστικά ασύνδετες με τα τεκταινόμενα) απαγγελίες στροφών από το ποίημα του Hölderlin, στριφογύριζαν ανήσυχοι και καταπιάνονταν με μια διαρκώς διογκούμενη γκάμα αντικειμένων, επιστρέφοντας τις πέτρες που ερχόντουσαν από τον ουρανό (ή, τέλος πάντων, από κάποιου τύπου επέκεινα), προσπαθώντας να χτίσουν ή να γκρεμίσουν, να κατασκευάσουν μη-πράγματα, να εντοπίσουν κάτι απροσδιόριστο με απροσδιόριστα μέσα. Όλα αυτά συνέβαιναν σχεδόν ανεξαιρέτως με τη μέγιστη ένταση και με προσχεδιασμένη σπασμωδικότητα –μία, άλλωστε, από τις κατεξοχήν πληγές πονημάτων παρόμοιας υφής και ύφους. Η υπερβολική αυτή έμφαση στα τελείως νεφελώδη από σημασιακή σκοπιά props έβριθε αυτοαναφορικότητας και καταντούσε εύκολα μονότονη, μιας και πέρα από μία ή δύο περιπτώσεις, αυτά δεν ήταν έστω αρκετά εφευρετικά ή εντυπωσιακά ώστε να επιτευχθεί ένα σώζειν τη φαινομενικότητα.

Υπήρξαν βεβαίως και επεισόδια που το σύνολο πρόσκαιρα λειτουργούσε, όπως η τέταρτη σκηνή, βασισμένη σε ένα μοτίβο αποκάλυψης, με τη βραδύτητα των κινήσεων και τη σκόνη που πλημμύρισε τη σκηνή να γεννούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ή το κλείσιμο, με την πλήρη απουσία των ηθοποιών να κατορθώνει μια ανανοηματοδότηση του χώρου, μα δεν κατάφεραν να βελτιώσουν ιδιαίτερα το γενικό πλάνο, το οποίο καταλαμβανόταν εντέλει από υποκείμενα πασχίζοντα για κάτι που αδυνατούσαν να επικοινωνήσουν στο κοινό. Εξάλλου, πέρα από τη μανιώδη ενασχόληση με τα διάφορα μαραφέτια, η τάση αυτή αισθητικοποίησης και θεατρικής συνθηματολογίας αναδείχθηκε φερ’ ειπείν σε σημεία όπως η τελείως παράταιρη, σε αυτό το πλαίσιο, διατήρηση κάποιων καθαρευουσιανισμών στο κείμενο (ένα είδος θεατρικού χιπστερισμού· στο ίδιο το ποιήμα του Hölderlin, βεβαίως, η γλώσσα αυτή βρίσκεται σε ένα περιβάλλον που της είναι φυσικό) και η σε βαθμό αφοπλισμού ευκολία με την οποία χρησιμοποιήθηκε το μοτίβο του απαγχονισμού.

Μια στιγμή της συζήτησης με τους συντελεστές που ακολούθησε την παράσταση ένιωσα πως συνόψισε το πρόβλημα: απαντώντας σε κάποια ερώτηση για τον ρομαντισμό (αν δεν απατώμαι) και αναφερόμενο στην έννοια της απομάγευσης, ένα μέλος της ομάδας, αδυνατώντας να εκφράσει επακριβώς αυτό που έψαχνε, αναφώνησε κάτι σαν «θέλω να πω κάτι περίπλοκο, μα δεν βρίσκω τα λόγια». Σε έτερη ερώτηση περί του πολιτικού περιεχομένου της παράστασης, το οποίο τόσο προκρίνεται στο πρόγραμμα, οι συντελεστές, αφού εξέφρασαν σωματικά (και ακούσια) το φλέγον του ζητήματος (κάτι που μπορεί να αποτιμηθεί θετικά), κινήθηκαν μεταξύ του «όλα συνδέονται» και του «εμείς δεν κάνουμε στρατευμένη τέχνη», δίχως κάποια εμβάθυνση ή αιτιολόγηση της έντονης αυτής αναφοράς. Η γενική γραμμή, πάντως, κινείτο στον άξονα της πρόκρισης της ποίησης εν σχέσει με την πραγματικότητα· ενώ οπωσδήποτε με βρίσκει στην ίδια όχθη, θα περίμενα πιο εμβριθή ανάλυση του προβλήματος, η οποία έχω την αίσθηση πως θα επηρέαζε θετικά και το έργο στο σύνολό του.

Δεν περιμένουμε κάποιον να μας καταδείξει τη σύγχυση της μεταμοντέρνας μητρόπολής μας –τη βιώνουμε. Αν και οι προθέσεις των blitz φάνηκαν να κατευθύνονται στην αντίθετη φορά, η τάση τους προς την επικέντρωση στην όψη και η περίπου αμιγώς αισθητική αιχμή τους οδήγησαν στο σύνηθες αδιέξοδο της κατάρρευσης του αισθητικού στον εαυτό του. Αυτό δεν σημαίνει πως αποκλείεται η πιθανότητα να κινηθούν βαθμηδόν προς κάτι που θα δικαιώσει τις αναφορές τους, δεν θα στερείται οργανικότητας και θα απευθυνθεί ουσιωδώς στα ζητήματα που, σε αυτήν τουλάχιστον την περίπτωση, επιχείρησαν να θίξουν, πέρα από τις οιονεί απόπειρες αυτοπροσωπογραφίας που τελικά παρακολουθήσαμε. Ας αισιοδοξούμε· όπως λοιπόν το αρθρώνει ο Μένων:

«Όμως κάτι το φιλικό πρέπει

Να έρχεται σ’ εμένα από μακριά, έτσι που να με κάνει να χαμογελώ και ν’ απορώ

Γιατί μέσα στον πόνο μου νιώθω τόση ευτυχία».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s