Φαέθων στο Θέατρο της Κυκλάδων / Δημήτρης Καραντζάς

munch-the-sun

Λέγεται πως ένα ολίσθημα ακολουθείται απαρεγκλίτως από ένα ακόμη· κανείς δεν προβαίνει σε διευκρινίσεις περί της ισχύος της ρήσης ως προς το καινό ολίσθημα. Ομοίως, οι προβληματισμοί διπλασιάζονται και πολλαπλασιάζονται με τρόπο που συντείνει στη δημιουργία μιας κατάστασης ανυπόφορης. Οι σωρευμένοι προβληματισμοί υφίστανται κάποτε μία ποιοτική μεταστροφή και απολήγουν σε κάποιου είδους πραγμάτωση, σε ένα σημείο τωόντι απροσδιόριστο. Για κάτι τέτοιο μιλάμε όταν μιλάμε για κατασκευή και σε μία τέτοια μεθοδολογικότητα απευθυνόμαστε.

Στον προβληματισμό της θεατρικής, λογοτεχνικής, φιλοσοφικής ανεπάρκειας σπεύδει να προστεθεί ο προβληματισμός της συγκεκριμένης, ενικής άγνοιας και η παρεπόμενη αγωνία που πριμοδοτεί μια δομική προσέγγιση ως πανάκεια της πενιχρότητάς μας, της ένδειας των κεφαλιών μας (το καλογεμισμένο κεφάλι ως αναγκαία συνθήκη του πραγματικά καλοφτιαγμένου κεφαλιού). Ο συνδυασμός τους εμφυσά ζωή, προσφέρει πνοή, μα μια πνοή και μια ζωή τυφλές σαν τραγωδίες, οι οποίες βολοδέρνουν άχαρα, ηθοποιοί που υπηρετούν ένα κείμενο δύσκολο έως αδύνατον να αιτιολογηθεί ενώπιον του δικαστηρίου της θεατρικότητας. Γιατί η κριτική (με την τρέχουσα έννοια) δεν αποτελεί παρά έναν τύπο δικαιολόγησης, απόπειρα διάσωσης ή καταποντισμού, μικρή σημασία έχει το πρόσημο. Επιθυμούμε να δικαιολογήσουμε και να δικαιολογηθούμε: να συγκροτήσουμε δίκαιο. Ποιες ακολουθίες θεωρούνται απαραίτητες εντός της διαδικασίας αυτής;

Οι παραπάνω ατάκτως ερριμμένες σκέψεις αφορούν το πάντοτε ολισθηρό έδαφος εκκίνησης· αυτό που απομένει να γίνει είναι οι αιτιολογήσεις και οι διασυνδέσεις, η απαραίτητη εξήγηση του αφηρημένου, η τοποθέτηση. Αποφασίζουμε, διαπράττουμε μια τομή, μα η τομή αυτή αποπειράται να κατατέμνει και να κατατέμνεται επ’ άπειρον. Η παρούσα κατασκευή γίνεται λοιπόν αντιληπτή ως συνθετική ροή και όχι ως αμετάκλητη εκφορά: υπ’ αυτό το πρίσμα, η αισθητική απόφανση προαπαιτεί κάποιου είδους συναφείς συνθετικές τυπολογίες.

~

Κατά την παρακολούθηση του Φαέθοντα, κανένα τμήμα της σκηνοθεσίας και της συναρμογής δεν επέδειξε έκδηλη αδυναμία. Οι ερμηνείες επίσης δεν υστέρησαν και οι αντρικοί ρόλοι, έντονα τονισμένοι στο κείμενο έναντι των γυναικείων, στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Η διάρθρωση του έργου υπηρετήθηκε με επαρκή τρόπο τόσο από τους ρυθμούς όσο και από τα (κάπως τετριμμένα) σκηνικά και κοστούμια. Σε τεχνικό, λοιπόν, επίπεδο, η μόνη παραφωνία έγκειται ενδεχομένως στην κατά περιπτώσεις ελαφρώς εκβιαστική μουσική επένδυση, παράγοντας εν προκειμένω περίπου αμελητέος. Από πού πηγάζει τότε η αίσθηση ανικανοποίητου που συνόδευσε την έξοδο από το θέατρο της Κυκλάδων;

Προφανώς από το κείμενο του Δημητριάδη, το οποίο εκτίθεται σε μια πλειάδα κινδύνων και υποκύπτει στην πλειοψηφία τους. Αν και ο λόγος δεν είναι άτεχνος, είναι ανερμάτιστος –η διάκριση άλλωστε των δύο παραμέτρων φανερώνεται κατευθείαν ως αμιγώς επιφανειακή· παρ’ όλο που οι χαρακτήρες δεν είναι παρά συμπυκνώσεις θέσεων και σημαινομένων, δεν πείθουν· το βάρος αναπόφευκτα μετατίθεται στις έννοιες, μα το εννοιολογικό πλαίσιο χωλαίνει επίφοβα (η άρνηση του συστήματος προϋποθέτει κάποιας μορφής συστηματικότητα)· δεν ενοχλεί η υπερβολή καθαυτή, η βωμολοχία, η ακρότητα των λέξεων και των πραγμάτων μα μάλλον μια υπερβολή αναποτελεσματική, η κοινοτοπία της βωμολοχίας, μια γλώσσα που δεν κόβει, δεν ανατινάζει, αδυνατεί να σταθεί ακίνητη απέναντι στον εαυτό της, μόνο ψάχνει το κατάλληλο και ανυποψίαστο θύμα να πνίξει σε λυγμούς και έτερα πάθη, εν συνεχεία ασταμάτητων αντιπερισπασμών.

Οι συνεχείς, διάσπαρτες αναφορές σε έργα και συγγραφείς (Kafka και Shakespeare σε πρώτο πλάνο, Koltès, Blanchot, Bataille, Eliot και άλλοι κατά το δοκούν στο φόντο) δεν προσφέρουν παρά μόνο στιγμές ανούσιας απόλαυσης, δεδομένου του ανωτέρω ασθενικού πυρήνα. Η υπερβολική ομοιότητα προς εαυτόν που χαρακτηρίζει τον Φαέθοντα από αρχής μέχρι τέλους παράγει το σχήμα ┌────┐, αφού ληφθούν υπ’ όψιν η εισαγωγή και ο επίλογος, ένα σχήμα που, όπως και το ίδιο το έργο, δείχνει να υπολείπεται κάποιας απαραίτητης διάστασης. Η υπέρμετρη προσπάθεια συμπερίληψης θεματικών και πεδίων (ένας αστερισμός που περιλαμβάνει τη θρησκεία, την ψυχανάλυση, την εξουσία, τη βία και τις έμφυλες σχέσεις μέσα από το όχημα της οικογένειας) καταλήγει σε ένα συνονθύλευμα χωρίς ρυθμό και κατευθυντικότητα, ένα τεχνούργημα εντέλει θυμικά αδιάφορο και νοηματικά ψηφιακό.

Αρκεί η ανάγνωση του συγγραφικού σημειώματος που περιέχεται στο πρόγραμμα της παράστασης για να διαπιστωθεί η –ομολογουμένως, ενίοτε στα σημεία– χαμένη μάχη που δίνεται ενάντια στη λαίλαπα του προφανούς. Τέτοιες εξηγήσεις οδηγούν στη μόνιμη ένταση ενός κηρύγματος που μας αφήνει αδιάφορους, σε διαρκείς κραυγές που μας κάνουν να ψάχνουμε τα γύρω πρόσωπα για συμπαράσταση κατά το βίωμα της ακατανοησίας. Παρά το αξιέπαινο, από θεατρικής και τεχνικής άποψης, ανέβασμα του θεάτρου της Κυκλάδων, φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτο ένα αβαθές γλωσσικό και σημασιακό σύμπαν να ανακατασκευαστεί σε παράσταση στην οποία θα βουτούσαμε χωρίς τον φόβο να χτυπήσουμε τα κεφάλια μας στον βυθό…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s