Ιμμάνουελ Καντ στο Θέατρο Τέχνης / Γιάννος Περλέγκας

ή πέτα τον καρδινάλιο από το μπαλκόνι!

alfred-kubin-black-mass-1905

Ως προς την τέχνη του θεάτρου δηλώνω εκ των προτέρων ολωσδιόλου αναρμόδιος (και παρομοίως ως προς το Θέατρο Τέχνης…)· ποτέ δεν συγχρωτίστηκα αρκούντως με την ίδια ή τους εντεταλμένους της ώστε η αποτίμησή μου της βαναυσότητας που τη διέπει να αποκτήσει την οποιαδήποτε βαρύτητα. Διαθέτω, εντούτοις, μια στοιχειώδη εποπτεία του έργου του Bernhard –ανακαλύπτω εαυτόν σε θέση να διακρίνει αμυδρά, σα μέσα από ομίχλη που φέρνει στον νου απότομες μετρικές εναλλαγές, μια σειρά πιθανών σημείων αναχώρησης, όπως και έναν ή πολλαπλούς τόπους καταστροφής. Τα στοιχεία αυτά ενδείκνυται να χρησιμοποιηθούν με τρόπο απατηλό είτε εμβριθή προς κατασκευή μιας μηχανής (ενός τεχνουργήματος), της οποίας η ενεργοποίηση στρέφεται απαρεγκλίτως κατά του δημιουργού.

Τα παραπάνω ως συνοπτικές διασαφήσεις στην παρούσα συνοπτική προσέγγιση ενός ανεβάσματος του Ιμμάνουελ Καντ, έργου του 1978, στο οποίο ο γερμανός φιλόσοφος, τακτικά και ύπουλα αναφερόμενος στα πεζογραφήματα του αυστριακού συγγραφέα, σαλπάρει για την Αμερική σε ένα πολυτελές υπερωκεάνιο –υποθέτουμε σε χρονικότητα όμορη της συγγραφής–, εις ριζική αμφισβήτηση της ρήσης όπου Καντ και Κένιγκσμπεργκ. Ταξιδεύει μαζί με τη γυναίκα του (κυρία Καντ), τον παπαγάλο του (Φρίντριχ) και τον υπηρέτη του (Ερνστ Λούντβιχ), τόσο για να αποδεχθεί τον τίτλο του επιτίμου διδάκτορα του πανεπιστημίου Columbia (τυπική της παράστασης η άνευ ουσίας επιτηδευμένη εκφορά της λέξης από όλους τους ηθοποιούς) όσο και εις αναζήτηση θεραπείας του γλαυκώματος από το οποίο υποφέρει. Οι παραπάνω αντιπροσωπευτικά μπερνχαρντικοί παραλογισμοί, εμφορούμενοι από ενική υπαρξιακή βαρύτητα, αχαλίνωτη κωμικότητα διανθισμένη με ακραία σοβαρότητα (το σοβαρό είναι η κόλλα στο κωμικό μου πρόγραμμα) και ένα είδος φιλοσοφικής αρπακτικότητας, καταφέρνουν να αποφύγουν τις κακοτοπιές της αλληγορίας και μιας στενά εννοούμενης τοποθέτησης.

Η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, αντιθέτως, δομείται ολόκληρη γύρω από τέτοιες ανελέητες ρηχότητες. Η έλλειψη κατανόησης των στοιχειωδέστερων γνωμόνων που καθοδηγούν την περίπτωση Bernhard είναι εμφανής στις μικρές, ολέθριες παρεμβάσεις στις οποίες προβαίνει ο σκηνοθέτης, όπως και στις αναρίθμητες νοηματικές αστοχίες. Αξιοσημείωτες στιγμές βουλιάγματος στο προφανές και το αμβλύνουν αποτελούν, μεταξύ άλλων, η προσθήκη τμημάτων από τα μπερνχαρντικά έργα Παλιοί Δάσκαλοι, Τα Βραβεία Μου και Αυτοβιογραφία εν είδει παρενθετικών μονολόγων –προς ενίσχυση της κατανοησιμότητας του έργου ακόμα και από το ανεξοικείωτο κοινό! –, η αντικατάσταση του Kubin από τον Warhol στις προτιμήσεις του συλλέκτη έργων τέχνης, ο βασανιστικά (μα την αλήθεια!) παρατεταμένος κουτσός χορός της εκατομμυριούχου, η μεταμόρφωση του καρδιναλίου και του ναυάρχου, χαρακτήρων ουσιωδών για τη ρυθμική μορφολογία και τη συνάρθρωση των περιεχομένων του έργου, σε κέρινα ομοιώματα τα οποία πετιούνται από τον εξώστη και καβαλιούνται από τον μονολογούντα Kant, κατά το όργιο ασυναρτησίας και φαφλαταρίσματος του δεύτερου μέρους.

Το οποίο δεύτερο μέρος απογείωσε τους προϊδεασμούς του πρώτου, οι οποίοι διόλου ευκαταφρόνητοι δεν υπήρξαν: τυπική στιγμή οι αυτό-εκτοξεύσεις του καπετάνιου στον τοίχο με το αναπηρικό καροτσάκι, χωρίς σαφή λόγο και δίχως αφορμή και αιτία (κάποιου τύπου θυσία για την τέχνη, πιθανότατα –ας ελπίσουμε πως δεν θα τραυματιστεί μέχρι το πέρας των παραστάσεων). Ο ρόλος αυτός, άλλωστε, ήταν που πρωτοστάτησε σε αυτή τη διαδικασία απογείωσης προς τα κάτω, τσαρλατανίζοντας δεξιά κι αριστερά, φωνάζοντας ανερμάτιστα και δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα στο υπογάστριο του κοινού με τον καταληκτικό μονόλογο, παρμένο φυσικά από άλλο έργο (Τα Βραβεία Μου).

Έτσι στις ρυθμικές περιπλοκές ανταπάντησαν χορός και τραγούδι τηλεοπτικής κοπής· τα σημασιακά και εννοιακά παιχνίδια αντικαταστάθηκαν από αυξανόμενα κύματα υστερίας και άσκοπου θορύβου· απέναντι στην υπερβολή ως δομικό στοιχείο ορθώθηκε η υπερβολή ως πνευματική νωθρότητα και ούτω καθεξής. Δυστυχώς, μου είναι δύσκολο να φανταστώ τη λανθασμένη γραφή του ονόματος Leibniz στον τοίχο από τον χαρακτήρα του Kant ως αποτέλεσμα κατεργασίας και όχι προχειρότητας. Εξίσου αδιανόητη μου φαίνεται η διάσωση του συλλέκτη έργων τέχνης από τον εαυτό του, όταν ο μονόλογος των Παλιών Δασκάλων που έχει παράταιρα εμφυτευθεί στο έργο αρθρώνεται σε κατάσταση παροξυσμού από ένα υποκείμενο ανίκανο να αποδομήσει αμφορέα με ρόπαλο του μπέιζμπολ. Οι τρεις ώρες επιθεωρησιακού σφυροκοπήματος και μελοδραματικών λοξοδρομήσεων αγνώστου προελεύσεως με λύγισαν στον έσχατο βαθμό και με καθοδήγησαν, παίρνοντάς με από το πόδι, σε μια τοπολογία αντίστοιχη των σταδίων της απώλειας: αυτής του δυσβάστακτου θεάματος. Πέρασα από την μύχια ελπίδα στον αιφνιδιασμό, κατόπιν σε μία άχρονη εμβροντησία που εξέβαλε, με τη σειρά της, στη νευρικότητα που προξενεί σε κάποιον η παρουσία συνδαιτυμόνων που χρωματίζονται από ακραιφνή έλλειψη αυτοσυνειδησίας.

Τα έργα του Bernhard, τόσο τα θεατρικά όσο και τα πεζογραφήματα, είναι έργα στα οποία το μη-νόημα του γεγονικού απουσιάζει σχεδόν πλήρως –όλα τα συμβάντα απαντώνται εντός του πεδίου του λόγου και των ανταγωνισμών παντός τύπου που το χαρακτηρίζουν. Η είσδυση στα έργα αυτά, ακόμη περισσότερο η εκτέλεσή τους, προϋποθέτει την απαραίτητη σύλληψη αυτού του πυρήνα. Δεν αμφισβητούμε τις καλές προθέσεις του σκηνοθέτη, ο οποίος επίσης προσέφερε μία αξιοπρεπέστατη μετάφραση του έργου –ολόκληρου του έργου, βεβαίως–, όταν δηλώνει σε συνέντευξή του: «έχω προσπαθήσει να φτιάξω μια επικοινωνιακή, μια λαϊκή παράσταση. Θέλω να απευθύνεται στο κοινό, να μην είναι κλειστή, για μυημένους. Ελπίζω ότι το έχω πετύχει, η έγνοια μου ήταν ως προς αυτό. Πρέπει κανείς να σκέφτεται πώς να απευθυνθεί, χωρίς να υποκύπτει σε φτηνούς όρους ευκολίας, χωρίς να είναι λαϊκιστής. Το λεγόμενο καλό θέατρο πρέπει να μην ξεχνάει ότι είναι λαϊκό, με την καλύτερη έννοια». Οικείοι τοις πάσι, όμως, οι περιορισμοί των καλών προθέσεων. Θα αρκούσε, για αποφυγή της κολοσσιαίας παρεξήγησης που αποτέλεσε αυτή η παράσταση, η χρήση ως μάντρα ενός αφορισμού από έτερο θεατρικό του Bernhard: «δυνατά, όχι απότομα».

Δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω την αλλόκοτη αναζωογόνηση που ένιωσα βγαίνοντας στους βρεγμένους πεζοδρόμους των πέριξ της ακρόπολης μετά το πέρας αυτού του καταπέλτη, τα σκοινιά του οποίου κόπηκαν εξαπίνης κατά την εκσφενδόνιση του βλήματος εναντίον στόχου εξαρχής δυσδιάκριτου…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s