Laruelle / Απεύθυνση

Laruelle_facepalm

Μια μικρή μετάφραση της απεύθυνσης [Adresse] του François Laruelle που ανοίγει το βιβλίο-συλλογή κειμένων του En tant quUn : la « nonphilosophie » expliquée aux philosophes [Καθόσον ένα: η «μη-φιλοσοφία» εξηγημένη στους φιλοσόφους], Παρίσι, Aubier 1991, σ. 9-13. Το κείμενο που μεταφράζω, του οποίου προηγείται ένα σύντομο (και ελαφρώς παραληρηματικό) σχόλιό μου, αποτελεί στιγμή της δεύτερης (Philosophie II) περιόδου του Laruelle, κατά την οποία ο ίδιος αργότερα ομολογεί ότι τελεί ακόμη υπό την επιρροή της αρχής της αποχρώσας φιλοσοφίας υπό τον μανδύα μιας αφοσίωσης στην επιστημονική αξίωση.

συνέχεια…

Γιατί Spinoza;

1200px-Spinoza

Ένα ερώτημα κατακλύζει καθημερινά κανάλια, ιστοσελίδες, εφημερίδες και social media, κοντράροντας στα ίσα τις ενημερώσεις για τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους δανειστές, τα νέα από την καινούρια, δυστοπική Αμερική και τα άρθρα περί των καθημερινών επιστημονικών καινοτομιών που βελτιώνουν ακατάπαυστα τις ζωές μας: γιατί ο Spinoza; Αν παρουσιάζεται αρχικά ως περιττό κι ανάρμοστο, κατά βάθος συνιστά το μοναδικό αληθινά σημαντικό ερώτημα των καιρών μας, το έδαφος επάνω στο οποίο φύονται όχι μόνο κάθε μία εκ των πιθανών απαντήσεων στα κοσμοϊστορικά συμβάντα που παρακολουθούμε χάσκοντας σαν χάνοι, μα επιπλέον τα ίδια τα συμβάντα. Γι’ αυτούς και άλλους λόγους θα επιχειρηθεί εδώ μια σκιαγράφηση της οριστικής απάντησης.

συνέχεια…

Ο Bernhard για το θέατρο

Minetti_spielt_Lear

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης, ακολουθεί μια ανατύπωση κάποιων σκέψεων του Thomas Bernhard για το θέατρο, αποσπασμένων από συνέντευξή του στον Κουρτ Χόφμαν, στο Ο άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ, μτφρ. Θεόδωρος Λουπασάκης, Νάρκισσος, Αθήνα 2005, σ. 218-221.

~

… Όταν δεν υπάρχει τίποτα από κάτω, κανένας σκηνοθέτης δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Μπορώ να ανεχθώ μόνο τα καλά πράγματα, τη δουλειά που γίνεται χωρίς συμβιβασμούς, τίποτ’ άλλο. Δεν θα μπορούσα ποτέ να συναγελάζομαι μ’ όλον αυτόν τον συρφετό των πραγμάτων που προϋποθέτει το παιχνίδι του θεάτρου. Ούτε με την απειθαρχία αυτών των ανθρώπων, των τεχνικών, μηχανικών και άλλων, που είναι οργανωμένοι πολύ ισχυρά και παρατάνε τη δουλειά τους, λες και είναι οικοδόμοι. Μ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να γίνει θέατρο. Πρόκειται για μια ένωση τελματόβιων, όχι για θέατρο, αυτό το πράγμα δεν έχει καμιά σχέση με το θέατρο.

συνέχεια…

Πλατεία Ηρώων / Bernhard / Καραντζάς

Wien, Heldenplatz, Rede Adolf Hitler

Πηγαίνω στη Μαριαχίλφερστράσσε

και αναζητώ τη Μαριαχίλφερστράσσε

και είμαι στη Μαριαχίλφερστράσσε

και δεν τη βρίσκω

Η Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) γράφτηκε κατά παραγγελία του ιστορικού Burgtheater το οποίο άλλωστε συνιστά μόνιμο σημείο αναφοράς στα μπερνχαρντικά έργα, με το συγκεκριμένο να μην ξεφεύγει από αυτή τη μπουργκτεατερική εμμονή («Στις μέρες μας ακόμα και στο Μπούργκτεατερ η ηθοποιία / μπορεί να είναι κακή»· όλα τα παραθέματα από τη μετάφραση του Βασίλη Τσαλή) και ανέβηκε τον χειμώνα του 1988, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων της μεταφοράς του θεάτρου στο κτίριο που το φιλοξενεί έκτοτε. Όπως είναι γνωστό, η επέτειος ήταν διπλή, καθώς την ίδια χρονιά συμπληρωνόταν μισός αιώνας από το διαβόητο Anschluss [σύνδεση, ένωση], την προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ. Ο Nestbeschmutzer [φωλιολερωτής] Bernhard δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, καθώς η Πλατεία Ηρώων ήταν ο τόπος όπου ο Χίτλερ εκφώνησε τον πανηγυρικό του, μπροστά σε ένα πλήθος 200.000 αλαλαζόντων ναζί και ναζιλάγνων Αυστριακών. Ήδη αρκετά πριν την πρεμιέρα, τόσο ο τύπος όσο και ένα σύνολο πολιτικών κ.ά. ιθυνόντων είχαν ξεσπαθώσει ενάντια σε αυτό το σκουλήκι που έπρεπε να το λιώσουν· ο τότε πρόεδρος Waldheim («ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ένας πανούργος αγράμματος ψεύτης / μια ριζικά τυραννική προσωπικότητα»), σεσημασμένος ο ίδιος για τα σκιώδη πεπραγμένα του κατά την παραμονή του ως αξιωματικός της Βέρμαχτ στα Βαλκάνια, αποκάλεσε το έργο «άξεστη προσβολή του αυστριακού λαού».

συνέχεια…

I’ve seen footage / death grips

~

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω δομημένα, απλά πιστεύω ότι αυτό το κομμάτι, ακόμη περισσότερο ο συνδυασμός του με το βίντεο είναι από τις πιο σαφείς αποτυπώσεις της περιόδου και ταυτόχρονα με ωθεί στον χορό με πόδια, κεφάλι και χέρια, αυτός ο ήχος από τέσσερις μανιακές νότες, μια αντι-σειρήνα που τρυπάει τ’ αυτιά, το χαμηλότονο, παρεμβαλλόμενο κρώξιμο γουαγουαγουαγουα της εισαγωγής και του bridge, οι χιλιάδες φωτογραφίες που συναποτελούν μία οντότητα με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, σαν να λέμε μια αληθινή πολλαπλότητα που μας χτυπάει την πόρτα και φυσικά η ογκολιθική παρουσία αυτού του αράπη που είναι μα την αλήθεια μια δύναμη της φύσεως, ένας τροβαδούρος που παλεύει να τουμπάρει τον θάνατο (death grips), ίσως δε και να τα καταφέρνει, οδηγώντας αυτές τις τόσο δομικά θελκτικές μα τακτικά βουτηγμένες στο προφανές φόρμες (κάτι που μάλλον ισχύει για όλες τις φόρμες) του hip-hop και του γενικότερου σαματά κάπου αλλού, πάντως οπωσδήποτε σε ένα άκρο του πλέγματος που είναι αυτές οι φόρμες και που είναι η μορφή-τραγούδι εν γένει, γιατί πρόκειται με σαφήνεια για τραγούδι και μάλιστα συμβατικά οργανωμένο, κι αυτό το κάνει να είναι αυτό που είναι, γιατί μια αποτύπωση σαν κι αυτή απαιτεί ένα είδος ιδιότυπης ισορροπίας μεταξύ ισορροπιών, κι έτσι προχωράει όλο και μακρύτερα ρίχνοντας διαρκώς ματιές πίσω· η μία ισορροπία έγκειται οπωσδήποτε στο να μη σπάσουμε τα μούτρα μας καθώς κοιτάμε πάνω από τον ώμο μας, μια άλλη στο να μην αρχίσει το πίσω να κατακλύζει το μη-πίσω (αυτό που λέμε αταβισμός) και όλες οι άλλες ισορροπίες εντέλει σε ό,τι επιθυμεί καθεμία και καθείς, γιατί το πεδίο αποτύπωσης ισοζυγίων είναι πάντοτε ένα εξαιρετικά ανοικτό πεδίο, όπως και να ’χει όλη η ανωμαλία μιας ζωής πλήρως μεσολαβημένης από την οθόνη, το γκέτο, το post-post-punk, οι θεωρίες συνωμοσίας, το μητροπολιτικό χάος, και γερές δόσεις ενόρμησης θανάτου, μετα-αποδομητικής ποίησης και μηδενισμού συγκρούστηκαν τυχαία, γέννησαν ένα παράξενο μικρό τέρας που παρήχθη (ή μήπως εφύη;) κατευθείαν έτοιμο για όλα και ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες μιας καθημερινότητας ίσως λίγο συναρπαστικής, πιθανώς κατά τόπους ελαφρώς αρρωστημένης, σίγουρα πολυποίκιλης, που πρέπει να παραδεχτούμε πως παίρνει αρκετά στα σοβαρά τον εαυτό της, και δεν ξέρουμε πώς να αντιμετωπίσουμε ούτε την ίδια ούτε το πόσο σοβαρά παίρνει τον εαυτό της, αλλά: την αντιμετωπίζουμε, συχνά εύστοχα, με άγαρμπα κείμενα, σε ράθυμα καλοκαιρινά δωμάτια, με απτά και υπόγεια μεταφορικά και κυριολεκτικά καψίματα τα οποία αδυνατούμε να αποποιηθούμε και που διαδέχονται το ένα το άλλο, με τις στοιχειώδεις τέλος πάντων εντάσεις που κάποτε θεωρήσαμε ότι θα επιλύσουμε (εάν δεν το θεωρούμε ακόμα), και των οποίων την ύπαρξη σιγά σιγά αναγνωρίζουμε ως το υλικό από το οποίο είναι πλασμένα όχι μόνο τα όνειρα –στα οποία συγκαταλέγονται βεβαίως οι εφιάλτες–, όχι απλώς η ζωή ως σύνολο ασαφών κυμάτων που ατενίζουμε με μισόκλειστα μάτια μέσα σε ένα σύννεφο που δεν καταλαβαίνουμε από πού προήλθε, αλλά και τα υπόλοιπα, πόδια φρούτα χώμα σχέσεις όλα από το ίδιο υλικό, χωρίς λέξη, χωρίς άρθρο, μονάχα με αύξηση ή απομείωση, αποτελέσματα, διάρκεια· μόνο πράγματα κι εμείς, κι εμείς ως πράγματα, όχι λοιπόν τι έχουμε δει, πώς νιώθουμε ή τι μάθαμε παρά μόνο, για αρχή τουλάχιστον, τόποι και λόγοι μεταξύ τόπων.

Ένα απλό πρόβλημα: για την προσπέραση της έννοιας της παραγωγής οφείλουμε να παράγουμε έννοιες.

συνέχεια…

VI. Καταβρόχθιση

klee-insula-dulcamara-19211

VI. Καταβρόχθιση

Συναντάμε κάποιον κι ευθύς εξαρχής συνειδητοποιούμε πως είτε θα τον υπερπηδήσουμε είτε θα αφεθούμε να μας εκμηδενίσει· εφόσον δεν σκοπεύουμε να εκμηδενιστούμε, θέτουμε σε εφαρμογή τις στρατηγικές μας και εκκινούμε μια ανάλυση της ουσίας του, οπότε και μια διάσπαση της ουσίας αυτής σε ολοένα και μικρότερα κομμάτια, εφόσον τα μικρότερα κομμάτια είναι πιο αδύναμα κομμάτια και το πιο μικρό κομμάτι είναι (φαινομενικά) το πλέον ανίσχυρο κομμάτι και για τον λόγο αυτόν η επιδίωξή μας είναι η ανάλυση στα μικρότερα δυνατά κομμάτια κι η υποβολή των κομματιών αυτών σε κριτική, οπότε η αναζήτηση των ορίων των κομματιών, γιατί το κομμάτι δεν συνυποδηλώνει παρά το όριο και το όριο δεν είναι, όπως είναι φυσικό, παρά μια υπόδειξη ύπαρξης κομματιών ως τέτοιων, αναλύουμε και κριτικάρουμε και τριχοτομούμε και ακολούθως αποπειρώμεθα, με μια απότομη και αναπάντεχη κίνηση, να τον καταβροχθίσουμε –ήπια μια γουλιά καφέ και κοίταξα το ρολόι, πονούσε λίγο η κοιλιά μου κι αποφάσισα να μην πάω, όχι, να αποφύγω την έξοδο κι αδυνατούσα να αποφασίσω εάν αυτό συντελούσε σε μία αύξηση ή αντιθέτως στην οριστική μείωση της ικανότητας ενέργειάς μου, το πεδίο ήταν σκιασμένο από αλλεπάλληλες στρώσεις άγνοιας κι έτσι αποφάσισα να παρατήσω το ερώτημα της απόφασης–, μια κίνηση που σίγουρα δεν την περίμενε εκείνη τη στιγμή, γιατί καλά καλά δεν την περιμέναμε ούτε εμείς οι ίδιοι εκείνη τη στιγμή αυτήν την κίνηση και φυσικά αποτυγχάνουμε παταγωδώς γιατί είναι ακόμα πολύ νωρίς και γιατί πλευρίσαμε και εντέλει εφορμήσαμε σαν νεαρά σαρκοφάγα στην ανοιχτή πεδιάδα, θεωρώντας πως η λεία μας θα αντιδράσει όπως τα φύλλα, οι πέτρες και οι διάφορες κλωστές που με τόση επιτυχία θηρεύσαμε και αλιεύσαμε στο πρόσφατο παρελθόν, μα όπως είναι φυσικό συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό: η λεία μας είτε αδιαφορεί για τις προσπάθειές μας –έχοντας από τη μια στιγμή στην άλλη μετατραπεί σε γίγαντα, απρόσβλητο με τα πενιχρά μας μέσα– είτε φτερουγίζει νωχελικά προς κάποιο ηλύσιο θέρετρο-παράρτημα αιωνιότητας, αφήνοντάς μας να κλωτσάμε δέντρα, να ξεριζώνουμε αγριόχορτα και να μαστιγώνουμε μανιωδώς τα νερά με τις παλάμες μας, με το πρόσωπό μας κωμικά προσαρμοσμένο στο σώμα ενός ζώου. Αλλά: έχουμε κι εμείς στη διαθεσή μας αυτό του οποίου υπολείπεται το θήραμά μας, κάτι που κάνει εμάς απείρως ανώτερους και επιπλέον και κυριότερα μας δίνει ένα ιδιότυπο προβάδισμα, το οποίο χρησιμοποιούμε για να επανεκκινήσουμε τη διαδικασία απόπειρας καταβρόχθισης, οπότε ξαναεπεξεργαζόμαστε και επανακατακερματίζουμε και αναδιχοτομούμε εις το διηνεκές και πάλι ρεσάλτο και έφοδος και αχαλίνωτη επιδρομή και σύρραξη και υποχώρηση και γλείψιμο πληγών και ούτω καθεξής, μέχρι να συμβεί ένα εκ των παρακάτω: είτε θα αναιρέσουμε και θα υπερπηδήσουμε είτε θα εκμηδενιστούμε –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μόνο έτσι είμαστε σε θέση να συγκροτήσουμε σχέσεις και μόνο έτσι δυνάμεθα να εξετάσουμε τον τρόπο και το δέον της συγκρότησης της αποκαλούμενης σχέσης και προβληματίστηκα, διερωτώμενος μήπως όλα αυτά ήταν τελείως προφανή, προβληματίστηκα επειδή, υπό μια ορισμένη οπτική γωνία, ζούμε μια ζωή και διαρκούμε μια διάρκεια και το μόνο που κάνουμε σε αυτή τη ζωή και διάρκεια είναι να προσπαθούμε βαθιά ανάσα να προσπαθούμε να μαντέψουμε και να μαντεύουμε τις θέσεις ή τη θέση των άλλων. Οι άλλοι σκέφτονται, παθαίνουν, αποφασίζουν, αισθάνονται, ενεργούν, γνωρίζουν ή όχι κι εμείς με τη σειρά μας αισθανόμαστε, παθαίνουμε, σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, ενεργούμε, γνωρίζουμε ή δεν γνωρίζουμε και προσπαθούμε ασταμάτητα να μαντέψουμε μέσα από τις αποφάσεις και τους επηρεασμούς και τα γνωρίσματα και τις ενέργειες και τα πάθη και τις σκέψεις πού ακριβώς διάολο βρισκόμαστε και τι ακριβώς μας συμβαίνει, πού επιθυμούμε να καταλήξουμε προσωρινά και πώς θα ήταν εφικτό το να καταλήξουμε προσωρινά εκεί, ποιες θέσεις καταλαμβάνονται και ποιες είναι πιθανόν να καταληφθούν με την εισαγωγή του τάδε ή του δείνα στοιχείου και των υποστοιχείων του (και των ανθυποστοιχείων του και των υπανθυποστοιχείων του) και μετά πεθαίνουμε. Ζούμε, διαρκούμε, προσπαθούμε να μαντέψουμε και πεθαίνουμε· η υπόθεση είναι κάπως γελοία! Όχι μόνο προσπαθούμε να μαντέψουμε τις σκέψεις κάποιου ως προς τους τρόπους του σχετίζεσθαι με το λεγόμενο κλασικό, μα επιπροσθέτως προσπαθούμε διαρκώς, με την ύψιστη συγκέντρωση να μαντέψουμε τις δικές μας σκέψεις ως προς τη συγκρότηση αυτής της σχέσης και αναπόφευκτα, κάνοντας ένα μόνο μικρό βήμα βορειότερα, σε μια περιοχή κλιματικά βαναυσότερη μα όχι χωρίς ενδιαφέρον, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας ως κλασικό και ακολούθως και τους άλλους ως κλασικούς, όλα και όλους ως κλασικούς, καθώς μαντεύουμε αενάως σαν τυφλοί σε έναν ατελείωτο, δηλαδή απροσδιορίστου διαρκείας διάδρομο, και να τους αναλύσουμε όλους (και εμάς), να ασκήσουμε την ακρότατη κριτική και να τριχοτομήσουμε και να τριχοτομηθούμε μέχρι τέλους –αλλά γιατί; Ίσως γιατί η ύστατη διάσπαση μας μεταφέρει παρευθύς στο βασίλειο του συνεχούς, τα μόρια και τα σωματίδια μετουσιώνονται σε φιλόξενα υγρά, τα πολλά αποκαλύπτονται οριστικά ως ένα, οι θέσεις μετατρέπονται σε ερωτήσεις κι αυτές σε τοποθέτηση· ίσως γιατί το να έχουμε ένα τέλος προϋποθέτει το να φθάνουμε σε ένα τέλος και να μας είναι αδύνατον να εφησυχαστούμε μέχρις ότου αντικρίσουμε αυτό το τέλος να απομακρύνεται και να απομακρύνεται ξανά και ξανά· ενδεχομένως γιατί θέλαμε και θέλουμε να εγκατασταθούμε στα όρια και θέλουμε και θέλαμε να εκμηδενίσουμε με τη σειρά μας ό,τι δεν τείνει στο οριακό και επειδή είχαμε δασκάλους και οι δάσκαλοι αυτοί δεν ήταν τυχαίοι. Εν πάση περιπτώσει, διαθέτουμε αυτόν τον τρόπο, ίσως αυτή τη μέθοδο συσχέτισης και τις κλωστές και τις πέτρες μας και πλοηγούμαστε πότε στα τυφλά κατά μήκος του διαδρόμου και πότε στην πεδιάδα μας με τους καθρέφτες και κάποτε, πιθανώς, πράγματι καταβροχθίζουμε κάτι (κι ας μη λησμονούμε πόσα σώματα και ιδέες καταβροχθίσαμε με το που συναντηθήκαμε μαζί τους, προτού περάσει ελάχιστος χρόνος τα είχαμε ήδη καταβροχθίσει και αναιρέσει λαίμαργα) κι αυτό το κάτι είτε το αφοδεύουμε και απομακρυνόμαστε σφυρίζοντας είτε το κρατάμε και εντέλει το ανακατασκευάζουμε ως αναγνωρίσιμο και αγνώριστο παιδί δύο άγνωστων μεταξύ τους γεννητόρων· στην πρώτη περίπτωση, είναι η πράξη της αφόδευσης που θα μείνει μαζί μας για πάντα, στη δεύτερη είναι το ίδιο το γεύμα, αλλά και το γεύμα που θα μαγειρέψουμε κατόπιν εμείς οι ίδιοι, προσπαθώντας να μαντέψουμε τα σωστά υλικά, τα οποία είναι τόσο τα υλικά που θα εκτιμήσουν οι συνδαιτυμόνες μας κι εμείς οι ίδιοι (και εμείς οι ίδιοι και οι συνδαιτυμόνες μας ως ενικό πράγμα), οπότε οι φαγόντες και οι καταβροχθίσαντες το γεύμα, όσο και τα υλικά που θα εκτιμήσει το ίδιο το γεύμα και αντίστοιχα είτε αφοδεύσουμε είτε όχι το από εμάς καταβροχθισθέν πράγμα, την από μέρους μας καταβροχθισθείσα οντότητα, οπωσδήποτε κάτι απομένει, μα πάντα κάτι διαφορετικό με διαφορετικό τρόπο Το πράγμα είχε εντέλει πάει μακριά, ένιωθα ελαφρώς εξαντλημένος, κι έφαγα ένα μπισκότο που θα αναπτέρωνε, έτσι πίστευα, τις δυνάμεις μου. Τρώμε μπισκότα, καταβροχθίζουμε μπισκότα, αφοδεύουμε μπισκότα και τρώμε έργα και πράξεις, τα καταβροχθίζουμε και τα αφοδεύουμε ή όχι, εντέλει πάντοτε τρώμε και τρωγόμαστε, καταβροχθίζουμε και καταβροχθιζόμαστε και αφοδεύουμε (ή αφοδευόμαστε) και είναι αλήθεια πως το ερώτημα που όφειλε να τεθεί δεν ήταν καθόλου αυτό της αυτοκτονίας, καθόλου δεν ήταν αυτό το ερώτημα: το ερώτημα που θα θέταμε και που θέτουμε θα ήταν το ερώτημα της κωμωδίας –και φυσικά της τραγωδίας ως κωμωδίας.

Fadensonnen / Celan

Man under a Pyramid 1996 by Anselm Kiefer born 1945

Ι. Fadensonnen

Ακολουθεί το ποίημα και μεταφράσεις. Το δυσμετάφραστο του ύστερου Celan αποτελεί κοινό τόπο, μα η βραχύτητα των ποιημάτων διευκολύνει κάπως την παρακολούθηση του πρωτοτύπου. Ο ίδιος ο Celan επέμενε στην βαρύτητα της κατανόησης, από μεριάς του αναγνώστη, των ειδικών στοιχείων που παρεισφρύουν στο έργο του με τη μορφή ορολογίας, λεξιπλασίας και αναφορών. Όμως, ιδίως στην περίπτωση μιας ποίησης σαν αυτή, πίσω και κάτω από την αυστηρά νοηματική κατανόηση υποβόσκει πάντοτε μια πρόσληψη στη βάση ενός μη περιεχομενικού, απροσδιόριστου παράγοντα, που πάντα αφήνει κάτι να περισσεύει, στοιχεία του οποίου αποτελούν η ηχητική, ο ρυθμός, η βούληση, η διαίσθηση, η λίμπιντο: ένα υποσύνολο αυτών που μπορεί ένα σώμα.

Fadensonnen

über der grauschwarzen Ödnis.

Ein baum-

hoher Gedanke

greift sich den Lichtton: es sind

noch Lieder zu singen jenseits

der Menschen.

Ήλιοι νήματα

πάνω από τη γκριζόμαυρη ερημιά.

Μια σκέψη

ψηλή σαν δέντρο

αγγίζει τον τόνο του φωτός: υπάρχουν

ακόμα τραγούδια να πεις πέρα από

τους ανθρώπους.

(Ιωάννα Αβραμίδου)

Thread suns

above the grey-black wilderness.

A tree-

high thought

tunes in to light’s pitch: there are

still songs to be sung on the other side

of mankind.

(Michael Hamburger – Christopher Middleton)

Threadsuns

above the grayblack wastes.

A tree-

high thought

grasps the light-tone: there are

still songs to sing beyond

mankind.

(Pierre Joris)

Soleils-filaments

au-dessus du désert gris-noir.

Une pensée haute comme

un arbre

accroche le son de la lumière : il y a

encore des chants à chanter au-delà

des hommes.

(Jean-Pierre Lefebvre)

Sóis filiformes

sobre o ermo grisnegro.

Um pensamento

alto como uma árvore

agarra o somluz: ainda há

cantos a se cantarem para além

dos homens.

(Celso Fraga da Fonseca)

(Με μια ματιά στις δύο αγγλικές μεταφράσεις, διακρίνουμε κατευθύνσεις: wilderness & tune in ≠ wastes & grasp. Αρπάζει ή συντονίζεται; Ερημιά ή ερημιά; Πόσοι φιλόλογοι χρειάζονται για να αλλάξουν ή και να αρπάξουν τα φώτα ή και τον τόνο του φωτός ενός ποιητή; Τα ερωτήματα επικρέμανται, καταδικασμένα με τρόπο ευπροσήγορο στην απουσία Απάντησης και στην πληθώρα απαντήσεων.)

συνέχεια…