Οι δαιμονισμένοι / Konstantin Bogomolov / Dostoyevsky

camus_dostoyevsky_demons

Εντός του πρώτου πενταλέπτου το πράγμα βρώμισε σαν το παροιμιακό ψάρι: η υπό ανάκριση κοπέλα, αναθυμούμενη τα βάσανα της νιότης της, έπιασε να κραυγάζει κι εμείς μετρούσαμε άψυχες, στιλιζαρισμένες, πανομοιότυπες κραυγές. Θεώρησα θεμιτό να φτάσει στις τρεις· στις πέντε είχα κάπως εκνευριστεί κι όταν έχασα το μέτρημα, στην περιοχή των χαμηλών διψήφιων, ήμουν πια προϊδεασμένος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε. Ούτε λίγο ούτε πολύ, παρακολουθήσαμε έναν πρόχειρο και ανερμάτιστο αχταρμά, βασισμένο σε ένα σετ τυπικών συγκαιρινών μας πυλώνων καλλιτεχνικής κατάπτωσης: υπερτίμηση της θεωρίας, ναρκισσισμός και αυτοαναφορικότητα, πασπαλισμένα με χορταστικές δόσεις αρμέγματος του ανέμπνευστου και ψευδοριζοσπαστικών νεωτερισμών.

συνέχεια…

Advertisements

Ο Ταρκόφσκι για τη σχέση μεταξύ τέχνης και έρευνας

mirror2

Αναδημοσιεύω ένα μικρό απόσπασμα από το Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, περί της σχέσης μεταξύ τέχνης και έρευνας, με ζητήματα όπως το μυστήριο και η πνευματικότητα στην τέχνη, διάφορες ειδικές προβληματικές του κινηματογράφου, η έννοια της πρωτοπορίας, οι βόλτες στο δάσος με ένα καλάθι εις αναζήτηση μανιταριών κ.ά. να θίγονται εν παρόδω. Τρεις οι βασικοί λόγοι: μου μοιάζει πιο επίκαιρο τώρα απ’ ό,τι όταν γράφτηκε (το βιβλίο εκδόθηκε το 1986, έτος θανάτου του σκηνοθέτη), σχετίζεται με τον απόηχο της επίσκεψης της Documenta 14 στην Αθήνα, ζήτημα στο οποίο ελπίζω να επανέλθω και τέλος συνιστά οιονεί πάρεργο ενός καλλιτέχνη, η εξοικείωση με το έργο του οποίου καθιστά διαυγέστερες τις σκέψεις που αποτυπώνονται στο βιβλίο, με τις σκέψεις να θέτουν με τη σειρά τους το έργο υπό νέο φωτισμό (η ανάγνωση δοκιμίων από καλλιτέχνες των οποίων το βασικό υλικό δεν είναι οι λέξεις αποτελεί πάντα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία). Η έρευνα καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία· ιδού τι έχει να δηλώσει ο Ταρκόφσκι…

(Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας τον χρόνο, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, Νεφέλη 1987, σ. 131-139.)

συνέχεια…

Laruelle / Απεύθυνση

Laruelle_facepalm

Μια μικρή μετάφραση της απεύθυνσης [Adresse] του François Laruelle που ανοίγει το βιβλίο-συλλογή κειμένων του En tant quUn : la « nonphilosophie » expliquée aux philosophes [Καθόσον ένα: η «μη-φιλοσοφία» εξηγημένη στους φιλοσόφους], Παρίσι, Aubier 1991, σ. 9-13. Το κείμενο που μεταφράζω, του οποίου προηγείται ένα σύντομο (και ελαφρώς παραληρηματικό) σχόλιό μου, αποτελεί στιγμή της δεύτερης (Philosophie II) περιόδου του Laruelle, κατά την οποία ο ίδιος αργότερα ομολογεί ότι τελεί ακόμη υπό την επιρροή της αρχής της αποχρώσας φιλοσοφίας υπό τον μανδύα μιας αφοσίωσης στην επιστημονική αξίωση.

συνέχεια…

Γιατί Spinoza;

1200px-Spinoza

Ένα ερώτημα κατακλύζει καθημερινά κανάλια, ιστοσελίδες, εφημερίδες και social media, κοντράροντας στα ίσα τις ενημερώσεις για τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους δανειστές, τα νέα από την καινούρια, δυστοπική Αμερική και τα άρθρα περί των καθημερινών επιστημονικών καινοτομιών που βελτιώνουν ακατάπαυστα τις ζωές μας: γιατί ο Spinoza; Αν παρουσιάζεται αρχικά ως περιττό κι ανάρμοστο, κατά βάθος συνιστά το μοναδικό αληθινά σημαντικό ερώτημα των καιρών μας, το έδαφος επάνω στο οποίο φύονται όχι μόνο κάθε μία εκ των πιθανών απαντήσεων στα κοσμοϊστορικά συμβάντα που παρακολουθούμε χάσκοντας σαν χάνοι, μα επιπλέον τα ίδια τα συμβάντα. Γι’ αυτούς και άλλους λόγους θα επιχειρηθεί εδώ μια σκιαγράφηση της οριστικής απάντησης.

συνέχεια…

Ο Bernhard για το θέατρο

Minetti_spielt_Lear

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης, ακολουθεί μια ανατύπωση κάποιων σκέψεων του Thomas Bernhard για το θέατρο, αποσπασμένων από συνέντευξή του στον Κουρτ Χόφμαν, στο Ο άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ, μτφρ. Θεόδωρος Λουπασάκης, Νάρκισσος, Αθήνα 2005, σ. 218-221.

~

… Όταν δεν υπάρχει τίποτα από κάτω, κανένας σκηνοθέτης δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Μπορώ να ανεχθώ μόνο τα καλά πράγματα, τη δουλειά που γίνεται χωρίς συμβιβασμούς, τίποτ’ άλλο. Δεν θα μπορούσα ποτέ να συναγελάζομαι μ’ όλον αυτόν τον συρφετό των πραγμάτων που προϋποθέτει το παιχνίδι του θεάτρου. Ούτε με την απειθαρχία αυτών των ανθρώπων, των τεχνικών, μηχανικών και άλλων, που είναι οργανωμένοι πολύ ισχυρά και παρατάνε τη δουλειά τους, λες και είναι οικοδόμοι. Μ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να γίνει θέατρο. Πρόκειται για μια ένωση τελματόβιων, όχι για θέατρο, αυτό το πράγμα δεν έχει καμιά σχέση με το θέατρο.

συνέχεια…

Πλατεία Ηρώων / Bernhard / Καραντζάς

Wien, Heldenplatz, Rede Adolf Hitler

Πηγαίνω στη Μαριαχίλφερστράσσε

και αναζητώ τη Μαριαχίλφερστράσσε

και είμαι στη Μαριαχίλφερστράσσε

και δεν τη βρίσκω

Η Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) γράφτηκε κατά παραγγελία του ιστορικού Burgtheater το οποίο άλλωστε συνιστά μόνιμο σημείο αναφοράς στα μπερνχαρντικά έργα, με το συγκεκριμένο να μην ξεφεύγει από αυτή τη μπουργκτεατερική εμμονή («Στις μέρες μας ακόμα και στο Μπούργκτεατερ η ηθοποιία / μπορεί να είναι κακή»· όλα τα παραθέματα από τη μετάφραση του Βασίλη Τσαλή) και ανέβηκε τον χειμώνα του 1988, με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων της μεταφοράς του θεάτρου στο κτίριο που το φιλοξενεί έκτοτε. Όπως είναι γνωστό, η επέτειος ήταν διπλή, καθώς την ίδια χρονιά συμπληρωνόταν μισός αιώνας από το διαβόητο Anschluss [σύνδεση, ένωση], την προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ. Ο Nestbeschmutzer [φωλιολερωτής] Bernhard δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, καθώς η Πλατεία Ηρώων ήταν ο τόπος όπου ο Χίτλερ εκφώνησε τον πανηγυρικό του, μπροστά σε ένα πλήθος 200.000 αλαλαζόντων ναζί και ναζιλάγνων Αυστριακών. Ήδη αρκετά πριν την πρεμιέρα, τόσο ο τύπος όσο και ένα σύνολο πολιτικών κ.ά. ιθυνόντων είχαν ξεσπαθώσει ενάντια σε αυτό το σκουλήκι που έπρεπε να το λιώσουν· ο τότε πρόεδρος Waldheim («ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ένας πανούργος αγράμματος ψεύτης / μια ριζικά τυραννική προσωπικότητα»), σεσημασμένος ο ίδιος για τα σκιώδη πεπραγμένα του κατά την παραμονή του ως αξιωματικός της Βέρμαχτ στα Βαλκάνια, αποκάλεσε το έργο «άξεστη προσβολή του αυστριακού λαού».

συνέχεια…

I’ve seen footage / death grips

~

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω δομημένα, απλά πιστεύω ότι αυτό το κομμάτι, ακόμη περισσότερο ο συνδυασμός του με το βίντεο είναι από τις πιο σαφείς αποτυπώσεις της περιόδου και ταυτόχρονα με ωθεί στον χορό με πόδια, κεφάλι και χέρια, αυτός ο ήχος από τέσσερις μανιακές νότες, μια αντι-σειρήνα που τρυπάει τ’ αυτιά, το χαμηλότονο, παρεμβαλλόμενο κρώξιμο γουαγουαγουαγουα της εισαγωγής και του bridge, οι χιλιάδες φωτογραφίες που συναποτελούν μία οντότητα με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, σαν να λέμε μια αληθινή πολλαπλότητα που μας χτυπάει την πόρτα και φυσικά η ογκολιθική παρουσία αυτού του αράπη που είναι μα την αλήθεια μια δύναμη της φύσεως, ένας τροβαδούρος που παλεύει να τουμπάρει τον θάνατο (death grips), ίσως δε και να τα καταφέρνει, οδηγώντας αυτές τις τόσο δομικά θελκτικές μα τακτικά βουτηγμένες στο προφανές φόρμες (κάτι που μάλλον ισχύει για όλες τις φόρμες) του hip-hop και του γενικότερου σαματά κάπου αλλού, πάντως οπωσδήποτε σε ένα άκρο του πλέγματος που είναι αυτές οι φόρμες και που είναι η μορφή-τραγούδι εν γένει, γιατί πρόκειται με σαφήνεια για τραγούδι και μάλιστα συμβατικά οργανωμένο, κι αυτό το κάνει να είναι αυτό που είναι, γιατί μια αποτύπωση σαν κι αυτή απαιτεί ένα είδος ιδιότυπης ισορροπίας μεταξύ ισορροπιών, κι έτσι προχωράει όλο και μακρύτερα ρίχνοντας διαρκώς ματιές πίσω· η μία ισορροπία έγκειται οπωσδήποτε στο να μη σπάσουμε τα μούτρα μας καθώς κοιτάμε πάνω από τον ώμο μας, μια άλλη στο να μην αρχίσει το πίσω να κατακλύζει το μη-πίσω (αυτό που λέμε αταβισμός) και όλες οι άλλες ισορροπίες εντέλει σε ό,τι επιθυμεί καθεμία και καθείς, γιατί το πεδίο αποτύπωσης ισοζυγίων είναι πάντοτε ένα εξαιρετικά ανοικτό πεδίο, όπως και να ’χει όλη η ανωμαλία μιας ζωής πλήρως μεσολαβημένης από την οθόνη, το γκέτο, το post-post-punk, οι θεωρίες συνωμοσίας, το μητροπολιτικό χάος, και γερές δόσεις ενόρμησης θανάτου, μετα-αποδομητικής ποίησης και μηδενισμού συγκρούστηκαν τυχαία, γέννησαν ένα παράξενο μικρό τέρας που παρήχθη (ή μήπως εφύη;) κατευθείαν έτοιμο για όλα και ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες μιας καθημερινότητας ίσως λίγο συναρπαστικής, πιθανώς κατά τόπους ελαφρώς αρρωστημένης, σίγουρα πολυποίκιλης, που πρέπει να παραδεχτούμε πως παίρνει αρκετά στα σοβαρά τον εαυτό της, και δεν ξέρουμε πώς να αντιμετωπίσουμε ούτε την ίδια ούτε το πόσο σοβαρά παίρνει τον εαυτό της, αλλά: την αντιμετωπίζουμε, συχνά εύστοχα, με άγαρμπα κείμενα, σε ράθυμα καλοκαιρινά δωμάτια, με απτά και υπόγεια μεταφορικά και κυριολεκτικά καψίματα τα οποία αδυνατούμε να αποποιηθούμε και που διαδέχονται το ένα το άλλο, με τις στοιχειώδεις τέλος πάντων εντάσεις που κάποτε θεωρήσαμε ότι θα επιλύσουμε (εάν δεν το θεωρούμε ακόμα), και των οποίων την ύπαρξη σιγά σιγά αναγνωρίζουμε ως το υλικό από το οποίο είναι πλασμένα όχι μόνο τα όνειρα –στα οποία συγκαταλέγονται βεβαίως οι εφιάλτες–, όχι απλώς η ζωή ως σύνολο ασαφών κυμάτων που ατενίζουμε με μισόκλειστα μάτια μέσα σε ένα σύννεφο που δεν καταλαβαίνουμε από πού προήλθε, αλλά και τα υπόλοιπα, πόδια φρούτα χώμα σχέσεις όλα από το ίδιο υλικό, χωρίς λέξη, χωρίς άρθρο, μονάχα με αύξηση ή απομείωση, αποτελέσματα, διάρκεια· μόνο πράγματα κι εμείς, κι εμείς ως πράγματα, όχι λοιπόν τι έχουμε δει, πώς νιώθουμε ή τι μάθαμε παρά μόνο, για αρχή τουλάχιστον, τόποι και λόγοι μεταξύ τόπων.

Ένα απλό πρόβλημα: για την προσπέραση της έννοιας της παραγωγής οφείλουμε να παράγουμε έννοιες.

συνέχεια…